ΣΤΗ ΚΕΫΛΑΝΗ

Η Κεϋλάνη ως νησιώτικη χώρα κοντά στον Ισημερινό, είναι κατάφυτη από δάση και ζούγκλες με πολλή υγρασία και θερμό κλίμα. Είναι μια γοητευτική χώρα που οι διάφοροι κατακτητές κατοικώντας την κατά καιρούς, άφησαν δυτικές και ανατολικές επιρροές, καθώς και ένα συνονθύλευμα θρησκειών και κουλτούρων.
Το Κολόμπο είναι η πρωτεύουσα της χώρας, και είναι ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο της Ασίας. Λόγω του μεγάλου φυσικού λιμανιού και της στρατηγικής του θέσης πάνω στους εμπορικούς δρόμους που ένωναν Ανατολή με Δύση, ήταν γνωστό στους εμπόρους της αρχαιότητας.
Στο Κολόμπο ταξιδεύαμε τακτικά σχεδόν για ένα ολόκληρο χρόνο. Η εταιρεία του Σταύρου Νιάρχου είχε συμβόλαιο μεταφοράς few oil  στη χώρα, και το πλοίο μας είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση του ναύλου για τον επόμενο καιρό. Φορτώναμε από τη Λιβύη και διασχίζοντας τη διώρυγα του Σουέζ, την Ερυθρά και την Αραβική θάλασσα, μπαίναμε στον Ινδικό ωκεανό και καταλήγαμε στο μεγάλο λιμάνι της πόλεως.
Ήταν μια πανέμορφη Μεσημβρινή πόλη με οργιώδη βλάστηση και πολλά κουνούπια, καθώς δυστυχώς και την ασθένεια της ελονοσίας που πλανιόταν φοβερή απειλή στην υγρή και θερμή ατμόσφαιρα πάνω από τα ακίνητα νερά που λίμναζαν σε πολλά μέρη των εδαφών της.
Σε κάθε ταξίδι με ανυπομονησία πρόσμενα την έξοδο μου στη στεριά που απλωνόταν καταπράσινη πέρα από το λιμάνι, ένας τόπος πανέμορφος και κατάφυτος από τροπική βλάστηση. Μου άρεσε να σεργιανώ τους δρόμους και να παρακολουθώ την κίνηση των ανθρώπων με τη λιτή τους ενδυμασία, ένα κομμάτι ρούχο όλο κι όλο ριγμένο στους ώμους καλύπτοντας μερικώς το κορμί τους, ενώ πηγαινοέρχονταν σε όλες τις κατευθύνσεις. Και ανάμεσα τους αμέτρητοι μικροπωλητές διαλαλούσαν δυνατά τις πραμάτειας τους, ενώ δίκυκλα και τρίκυκλα, μηχανάκια και ποδήλατα, αλλά και αυτοκίνητα μιας άλλης εποχής, κατέκλυζαν τους δρόμους. Μια πόλη διαφορετική από τις πόλεις των Δυτικών χωρών, ένας πολιτισμός διαφορετικός με ανύπαρκτη την πρόοδο και την ανάπτυξη που έμοιαζαν να σταμάτησαν στο χρόνο.
Το λιμάνι του Κολόμπο ήταν βαθύ και τα πλοία έδεναν σχεδόν στη στεριά πάνω σε μακριές αποβάθρες που εκτίνονταν σε απόσταση μέσα στη θάλασσα. Ήταν στενές και ξύλινες αλλά καλά στερεωμένες, αφού μπορούσαν να δένουν πάνω τους δεξαμενόπλοια μεγάλης χωρητικότητας. Η απόσταση ως την πύλη του λιμανιού ήταν διακόσια-τριακόσια  μέτρα και εκεί συναντούσαμε κάθε φορά, ένα πλήθος ταξιτζήδων και ξεναγών να μας περιμένουν για να μας μεταφέρουν αλλά και για να μας ξεναγήσουν στην πόλη και στη χώρα.
Αν και η πόλη ήταν προέκταση του λιμανιού απλωμένη σε κοντινή απόσταση, εμείς συνηθίζαμε να παίρνουμε ταξί επειδή τα κόμιστρα ήταν φτηνά, αλλά και γιατί οι ταξιτζήδες μας ξεναγούσαν στα αξιοθέατα και στα μέρη εκείνα που αυτοί καλά γνώριζαν, και ήταν χρήσιμα σε εμάς τους ναυτικούς που πρώτη έγνοια είχαμε την ευχαρίστηση και τη διασκέδαση καθώς το κάθε μας ταξίδι πήγαινε-έλα, φόρτωμα και ξεφόρτωμα, διαρκούσε μέχρι ένα μήνα.
Με πενιχρή αμοιβή, μας ξεναγούσαν από ενωρίς έως βραδύς, έως την ώρα που άνοιγαν τα μπάρς ως τελικός μας προορισμός.
Όλα κι όλα τα μπαρς στην πόλη ήταν δύο, παρ όλο που ως πρωτεύουσα μιας χώρας δεκαοκτώ εκατομμυρίων, θα έπρεπε να έχει πολύ περισσότερα. Ήταν και τα δύο τεράστια, και μέσα μαζεύονταν πόρνες που έψαχναν πελάτες. Καμιά δεν εξασκούσε το επάγγελμα δημόσια, καθώς ο θεσμός της οικογενείας ήταν αυστηρός, και ακόμα περισσότερο τα θρησκευτικά ήθη δεν το επέτρεπαν. Παρ όλα αυτά, σ όλο τον κόσμο υπάρχουν πόρνες, άλλες κρυφές και άλλες φανερές. Θυμάμαι την εντύπωση που μου δημιουργήθηκε όταν στο πρώτο μου ταξίδι και στην πρώτη μου επίσκεψη εκεί, είδα ένα απέραντο μαγαζί, μια τεράστια αίθουσα εστιάσεως γεμάτη γυναίκες που προσπαθούσαν να ψωνιστούν από τους λίγους θαμώνες. Δεν είχε ντόπιους πελάτες, ντόπιοι ήταν μόνο τα γκαρσόνια. Ήταν φανερό ότι ήταν χώρος που φτιάχτηκε για τους ξένους επισκέπτες, κυρίως για τους ναυτικούς που μετά από τα μεγάλα ταξίδια στους ωκεανούς, έψαχναν γυναικεία συντροφιά. Γι αυτό λοιπόν φτιάχτηκε μεγάλος ο χώρος, για να χωρεί όλες τις πόρνες της μεγάλης πρωτεύουσας.
Όμως τα ποτά ήταν φθηνα, το ίδιο και οι γυναίκες, έτσι αβέρτα τις κερνούσαμε όλες, χορεύαμε με όλες, ώσπου να κατασταλάξουμε με οποίαν μαζί θα αναχωρούσαμε για κάποιο φτηνό ξενοδοχείο που οι ίδιες θα μας οδηγούσαν.

Το Εθνικό τους νόμισμα η ρουπία είχε μικρή αξία έναντι των διεθνών νομισμάτων, γι αυτό συνήθιζαν οι οδηγοί να ζητούν από εμάς δολάρια και Εγγλέζικες λίρες. Ακόμα και η Κυπριακή λίρα είχε αξία. Και εμείς που το γνωρίζαμε, ανταλλάζαμε τα δολάρια με τις ρουπίες κάνοντας κοντραπάζα μαζί τους κερδοσκοπώντας αρκετά, ώστε τοιουτοτρόπως τα έξοδα μας στη χώρα να κερδίζονται με τις χρηματικές αυτές συναλλαγές.

Εκείνη τη φορά που πιάσαμε λιμάνι η πόλη ήταν ακίνητη χωρίς ζωή και κίνηση. Έμοιαζε να κοιμάται και στα σπίτια μέσα οι άνθρωποι κλεισμένοι, δεν βγήκαν στις δουλειές τους και στην καθημερινότητα τους, δίνοντας μια εντύπωση όπως η πόλη ήταν κέρφιου. Οι εργάτες και οι μηχανικοί στην αποβάθρα που ήταν επιφορτισμένοι για το ξεφόρτωμα του πλοίου, ήταν και αυτοί λιγοστοί. Και παραέξω στο ντόκο μας περίμεναν μόνο ένας δυό ταξιτζήδες.
Οι οδηγοί των ταξί γνώριζαν την Ελληνική γλώσσα και μπορούσαμε εύκολα να συνεννοηθούμε. Το ίδιο εξ άλλου συνέβαινε σε όλα τα λιμάνια, καθώς η Ελληνική ναυτιλία ήταν πρώτη στον κόσμο.
Από αυτούς μάθαμε λοιπόν, πως εκείνη η μέρα ήταν η μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Βουδιστών, γι αυτό όλα ήταν κλειστά, για όλους ήταν σχόλη. Ακόμα και τα μπαρς που με αδημονία οι ιδιοκτήτες τους περίμεναν κάποιο πλοίο να δέσει οπότε οι ναυτικοί θα έτρεχαν να ξοδέψουν τα λεφτά τους, κι αυτά ήταν κλειστά. Όσοι λίγοι διακινούνταν στην πολη εκείνη τη μέρα δεν ήταν Βουδιστές, είχαν άλλη θρησκεία και δεν γιόρταζαν. Στη Κεϋλάνη το μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι Βουδιστές, αλλά υπάρχουν και άλλες θρησκείες όπως Ινδουιστές, Μουσουλμάνοι, ακόμα και Χριστιανοί.
Εγώ μόλις είχα τελειώσει τη βάρδια μου στη μηχανή, και παρέα με ένα πρωτόμπαρκο δόκιμο μηχανικό, βάλαμε τα καλά μας και βγήκαμε έξοδο. Η ώρα ήταν εννέα το βράδυ, και λογαριάζαμε να πάμε απ ευθείας σ ένα από τα δυο μπαρς, ήταν ώρα που άνοιγαν. Μαθαίνοντας όμως πως όλα ήταν κλειστά, πολύ στεναχωρηθήκαμε αφού μετά από τόσες μέρες ταξίδι στη θάλασσα, προσμέναμε με αδημονία να βγούμε στη στεριά να ξεδώσουμε, και να διασκεδάσουμε. Περπατήσαμε λίγο με την ελπίδα να βρίσκαμε μαγαζιά ανοιχτα, αλλά ήσαν όλα ερμητικά κλειστά και οι δρόμοι αδειανοί από κίνηση. Πού και που κάποιο παλιό αυτοκίνητο διέσχιζε τους δρόμους και με μεγάλη ταχύτητα χανόταν στο βάθος της πόλης. Ακόμα και η υπαίθρια αγορά φρούτων που καθημερινά έσφυζε από ζωή, ήταν κι αυτή έρημη. Ήταν φανερό λοιπόν, πως η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήσαν Βουδιστές και γιόρταζαν την μεγάλη τους γιορτή. Έτσι λοιπόν μη έχοντας τι να κάνουμε, αφού περπατήσαμε αρκετά, ετοιμαζόμασταν με απογοήτευση να επιστρέψουμε.
Πήραμε το δρόμο του γυρισμού κατσουφιασμένοι, αφού πως πιάσαμε λιμάνι σε μια έρημη πολη, δεν είχε αξία για μας. Που δεν ψωνίσαμε πράγματα δεν ήταν σοβαρό ζήτημα, που δεν ψωνίσαμε όμως γυναίκες, ήταν σοβαρό το ζήτημα. Μέσα στο πέλαγος στην ατελείωτη μας μοναξιά που για παρηγοριά είχαμε μόνο τη σκληρή δουλειά, με μεγάλη πεθυμιά προσμέναμε να πιάσουμε λιμάνι για να χαρούμε λίγη διασκέδαση, να πιούμε, να μεθύσουμε να ικανοποιήσουμε τη λίμπιντο μας. Το ταξίδι ήταν μεγάλο, και η προσμονή το ίδιο. Και να τώρα, πιάσαμε στεριά. Ξυρίστηκα καλά, και λούστηκα ακριβή κολόνια. Έβαλα τα καλά μου και με το φίλο μου το δόκιμο βγήκαμε τσάρκα στη στεριά. Και να τώρα, γυρίζαμε άπρακτοι και στενοχωρημένοι στο πλοίο. Θα πέφταμε για ύπνο, και ως ότου σκατζάρουμε βάρδια, το πλοίο θα είχε ξεφορτώσει και θα είμασταν έτοιμοι να αποπλεύσουμε. 
Με τη λύπη λοιπόν να μας θλίβει την καρδιά, περπατούσαμε με βήμα αργό χωρίς βιάση στο δρόμο για το γυρισμό. Από μακριά φάνηκε το πλοίο στο λιμάνι θεόρατο και πανύψηλο καθώς είχε ήδη ξεφορτώσει μεγάλο μέρος του φορτίου.
Σκεφτικοί και αμίλητοι στο δρόμο που πηγαίναμε, ένα παλιό ταξί σταμάτησε και από το ανοιχτό παράθυρο ο ταξιτζής σε γλώσσα Ελληνοαγγλιστί, μας έπιασε κουβέντα.
Δεν θα ξεχάσω την μορφή του όσα ακόμα χρόνια να περάσουν, την έχω αποτυπωμένη στο νου μου όπως να ήταν χτες. Είχε ένα χρώμα μαύρο με καφέ, μια μίξη χρωμάτων αταίριαστη που με τα ασύμμετρα χαρακτηρίστηκα του προσώπου του, έμοιαζε πολύ άσχημος. Όμως αυτό που δεν ξεχνώ, είναι η αντιπάθεια που εξέπεμπε, με τις σκληρές γραμμές που αυλάκωναν τα χαρακτηριστικά του, και κάτι μάτια σε χρώμα που δεν μπορώ να περιγράψω, αλλά που έμοιαζαν μάτια δηλητηριώδους ερπετού έτοιμο να ορμήξει και απροειδοποίητα να ρίξει το θανατερό δηλητήριο. Μου θύμισε ένα παράξενο φίδι που είχα δει στον μεγάλο ζωολογικό κήπο της χώρας στο προηγούμενο μου ταξίδι. Ένα φίδι με τεράστια κεφαλή που πάνω της βλάσταιναν κέρατα, στηριγμένη σε ένα λεπτό κορμό πολύ δυσανάλογο. Ένα φίδι τρομερό στη θέα, που ως τώρα δεν συνάντησα όσο κι αν έψαξα σε εγκυκλοπαίδεις, αλλά που ακόμα το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Εν πάση περιπτώσει δεν έμοιαζε με φυσικό άνθρωπο, και που τον αντίκρυσα τον αντιπάθησα.
Στην κουβέντα  μας ρώτησε αν θέλαμε διασκέδαση και αν ναι, είχε δικες του γυναίκες είπε, να μας πάρει. Άλλο δεν θέλαμε, και βεβαίως του είπαμε ναι. Μα χρέωσε περισσότερο από το κανονικό, καθώς βρήκε την ευκαιρία. Μας εξήγησε πως όλα απαγορεύονταν αυτή τη μέρα, και αυτός διακινδύνευε διπλά, και γι αυτό ζητούσε περισσότερα χρήματα.
Τον ρωτήσαμε ποιος ήταν ο δεύτερος κίνδυνος, και μας εξήγησε πως αυτή τη μέρα οι πόρνες δεν εργάζονταν, γι αυτό θα μας έπαιρνε στη γυναίκα του και στην κόρη του, και αυτό ήταν ρίσκο,  διότι αν άλλοι το μάθαιναν, θα τον διαπόμπευαν.
Μονομιάς μέσα μου θύμωσα για όσα είπε, γιατί στην πατρίδα μου η οικογένεια ήταν πολύ ιερός θεσμός. Ήμουν έτοιμος να τον διαολοστειλω, αλλά μου λέει ο δόκιμος,
-Εμάς τι μας νοιάζει, δική του οικογένεια είναι, εξ άλλου μπορεί να λέει ψέματα για να δικαιολογήσει τα περισσότερα χρήματα που ζητά.
Και εγώ επιθυμώντας να κάμω το κέφι μου, ασυνείδητα στη σκέψη δέχτηκα την εξήγηση του φίλου μου.
Μπήκαμε στο ταξί και μας πήρε λίγα χιλιόμετρα. Ήταν μια γειτονιά με μικρά σπιτάκια σαν κουτιά φτιαγμένα από λεπτό χαρτόνι, όπως τις παραγκουπολεις που δείχνουν ακόμα οι τηλεοράσεις στις ειδήσεις σε κάποιες υπανάπτυκτες χώρες. Ο άσφαλτος είχε τελειώσει, και οδηγούσε το αυτοκίνητο σε ένα χωμάτινο δρόμο. Ήταν φανερό πως
ήταν μια συνοικία φτωχών κατοίκων. Υπήρχαν στύλοι με ηλεκτρισμό, και από τους μικρούς λαμπτήρες νυκτός που ήταν πάνω καρφωμένοι, βλέπαμε στο θαμπό φως τη φτώχεια και τη μιζέρια της περιοχής. Δρόμοι χωρίς πεζοδρόμια και άσφαλτο, γεμάτοι λακκούβες με στάσιμα νερά. Τα σπίτια ήταν όλα μικρά ενός ή δυο δωματίων, χαμηλά και στραβά, έχοντας μια κλίση στη μια μεριά από τους αέρηδες, καθώς ήταν φτιαγμένα από λεπτά και πρόχειρα υλικά.
Σταματήσαμε σε μια αυλή έξω από ένα χάρτινο σπιτάκι λίγο μεγαλύτερο από τα άλλα, και μας κάλεσε να μπούμε μέσα. Άνοιξε την πρόχειρη πόρτα, και στο χαμηλό φως είδαμε μια γυναίκα να κάθεται σε μια παλιά καρέκλα και με μια κούπα στην ποδιά, έκοβε κάποια χορταρικά. Της μίλησε στη γλώσσα τους, και την είδαμε να τον κοιτάζει σαστισμένη.
Ανησυχία έζωσε εμένα και το φίλο μου, αλλά ο ταξιτζής γύρισε σε μας και μας καθησύχασε. Η γυναίκα μπήκε στην άλλη κάμαρα, και βγήκε βαστάζοντας από το χέρι μια μικρούλα κοπελίτσα ως τα δεκαέξι. Και εμείς μικροί στην ηλικία τότες, δεν δώσαμε σημασία μην τυχών να ήταν ανήλικη. Εξ άλλου την διάλεξε για πάρτη του ο φίλος μου, που κι αυτός είχε ή δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ.
Αλλά δώσαμε πολλή σημασία, γιατί οι δυο γυναίκες φαίνονταν φοβισμένες. Σκέφτηκα πως ήταν τρομοκρατημένες και δεν μπορούσαν να αρνηθούν τις προσταγές του αφέντη τους.
Κάτι ακόμα είπε ο σιχαμερός στις δυο γυναίκες, και αυτές μας έγνεψαν να τις ακολουθήσουμε. Βγήκαμε έξω στην αυλή, και μας οδήγησαν σε μια παράμερη κάμαρη. Ήταν ένα μοναδικό δωμάτιο χωρισμένο με μια χαμηλή ψάθα, και στο κάθε μέρος βρισκόταν ένα κρεβάτι. Εγώ και ο φίλος μου σκεφτικοί πλέον, το ίδιο και οι δυο γυναίκες, βρισκόμασταν όλοι σε αμηχανία.
Σε λίγο η μεγαλύτερη γυναίκα έβγαλε τα ρούχα της και τσίτσιδη ξάπλωσε ανάσκελα στο χαμηλό κρεβάτι γνέφοντας μου να πάω κοντά της. Όμως εγώ, δεν ήθελα πλέον σεξ, το θεωρούσα υπό τις συνθήκες μια ευτελή πράξη. Ταυτόχρονα άκουσα από την άλλη μεριά το κοριτσάκι να κλαίει μουγγά.
Είχαμε ακριβώς καταλάβει τι συνέβαινε. Ο αχρείος ταξιτζής τις πουλούσε με το ζόρι και τις υποχρέωνε σε συνουσία με τους πελάτες. Και αυτές τρομοκρατημένες, φοβόντουσαν να αρνηθούν. Κατάλαβα πως η μεγαλύτερη γυναίκα είχε δεχτεί τη μοίρα της, αλλά η μικρούλα ίσως να ήταν η πρώτη της φορά και ήταν τρομοκρατημένη. Τελικά αυτό εξήγησε στον φίλο μου πως συνέβαινε και έκλαιγε από φόβο, και μας παρακάλεσε να την λυπηθούμε και να μην πούμε στον πατριό της πως έκλαιγε.
Ο φίλος μου ο δόκιμος μηχανικός ήταν ένα καλό και ευαίσθητο παιδί, έτσι εύκολα συμφωνήσαμε να μην τις αγγίξουμε, και ούτε να ζητήσουμε πίσω τα χρήματα μας ώστε έτσι να τις προδώσουμε. Τους εξηγήσαμε κουτσά στραβά την πρόθεση μας, και αυτές ανακουφισμένες μας φιλούσαν τα χέρια.
Δεν μετάνιωσα για αυτή μου την πράξη, και ένιωσα ανακούφιση για την απόφαση μας. Ύστερα όμως στο δρόμο του γυρισμού, σκεφτόμουν πως το καημένο κοριτσάκι γλύτωσε αυτή τη φορά , την επόμενη όμως, ή την μεθεπόμενη τι θα γινόταν;


Ύστερα με τον καιρό όποτε φέρνω στο νου μου το επεισόδιο, είμαι ευχαριστημένος που έτσι συμπεριφέρθηκα. Ήξερα μέσα μου απόλυτα πως έκανα το σωστό, και έλπιζα στην υπόλοιπη μου ζωή μου να συνεχίζα το ίδιο.