ΕΠΙΣΚΕΥΗ ΜΗΧΑΝΗΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΘΑΛΑΣΣΟΤΑΡΑΧΗΣ

Από την αρχαιότητα τα υγρά φορτία κυρίως λάδι, κρασί και δημητριακά, μεταφέρονταν από τη μια χώρα στην άλλη με πλοία μέσα σε αμφορείς και αργότερα βαρέλια, μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Καθώς οι άνθρωποι αναπτύσσονταν και οι ανάγκες τους μεγάλωναν, αναζήτησαν άλλες λύσεις ευκολότερες.
Και σκέφτηκαν οι Έλληνες καπεταναίοι και εφοπλιστές,
-γιατί να μεταφέρουμε προϊόντα σε βαρέλια πάνω στα πλοία, και δεν φτιάχνουμε πλοία βαρέλια με αμπάρια και δεξαμενές;
Έφτιαξαν λοιπόν οι Έλληνες πρώτοι τα φορτηγά και τα δεξαμενόπλοια πλοία. Πρώτα μικρά σε μέγεθος, αλλα στη συνέχεια πολύ μεγάλα.
Στην εποχή της κυριαρχίας των Ωνάση και Νιάρχου, ξεπερνώντας κάθε λογική, έφτιαξαν δεξαμενόπλοια πέραν των 350 χιλιάδων τόνων.

Το “World Knowledge” πλοίο 350 χιλιάδων τόνων, μας ταξίδευε στον Ειρηνικό ωκεανό με προορισμό την Κορέα. Η θάλασσα ήταν ταραγμένη, αλλα το θεόρατο πλοίο την έσκιζε χωρίς δυσκολία.
Σκεφτόμουν πως θα ήταν ένα εύκολο ταξίδι χωρίς προβλήματα και χωρίς κάποιο δύσκολο συμβάν στο μηχανοστάσιο, αφού το πλοίο ήταν αρκετά καινούργιο και όλοι οι μηχανισμοί τελευταίας τεχνολογίας δούλευαν αυτόματα.
Πλέαμε με προορισμό το λιμάνι της Σεούλ, και μετά από μερικές μέρες μπήκαμε στην Κίτρινη θάλασσα της Κίνας όπου συναντήσαμε τρικυμία, που ολοένα δυνάμωνε.
Η Κίτρινη Θάλασσα πήρε το όνομά της από το χρώμα της ιλύος και της άμμου που μεταφέρουν σ αυτήν τα ποτάμια, και που παίρνει κίτρινο χρώμα κατά τις σφοδρές θύελλες από τις οποίες πλήττεται συχνά.Η θάλασσα λοιπόν κιτρίνισε, και η ατμόσφαιαρα άλλαξε. Ο άνεμος άρχισε να δυναμώνει και η μέρα να σκοτεινιάζει.
Δεν αρκούσε που χάλασε ο καιρός, δεν αρκούσε που η ατμόσφαιρα γέμισε κίρινη άμμο από της ερήμους της Κίνας, μας έσπασε και ένα πιστόνι της μηχανής.
Η μηχανή είχε οκτώ τεράστια πιστόνια που έδιναν κίνηση στην προπέλα. Δεν ήταν εύκολο να κινηθεί με τα αλλα εφτά, γιατί θα προκαλούσε μεγαλύτερη ζημιά. Έτσι έπρεπε να φουντάρουμε και να αλλάξουμε το σπασμένο πιστόνι. Μέσα στο πλοίο υπήρχαν όλα τα ανταλλακτικά, και οι ανώτεροι αξιωματικοί μηχανικοί, είχαν καλές γνώσεις για να προβούμε σε επισκευή της μηχανής. Αν ήμασταν σε λιμάνι, θα παίρναμε βοήθεια από τη στεριά, αλλα καθώς ήμασταν μεσοπέλαγα και εν μέσω τρικυμίας, έπρεπε την σκληρή αυτή εργασία να την κάνουμε εμείς. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε ήταν η θαλασσοταραχή που σιγά δυνάμωνε, και το πλοίο χωρίς τη μηχανή να δουλεύει, ήταν ακυβέρνητο και έρμαιο του καιρού.
Ρίξαμε λοιπόν άγκυρα, και στρωθήκαμε στη δουλειά. Ήταν μια δύσκολη εργασία και επικίνδυνη, καθώς το πλοίο ταρακουνιόταν και δεν μας άφηνε να δουλέψουμε. Το σπασμένο πιστόνι ήταν τεράστιο, τόσο μεγάλο, που όταν το αφαιρέσαμε, κρεμαστήκαμε μέσα στο χιτώνιο το οποίον άνετα μας χωρούσε και αρχίσαμε να το τρίβουμε. Ήταν μια επίπονη εργασία που πολύ μας κούρασε, αφού το μποτσάρισμα άλλαζε η φορά της βαρύτητας μας. Έπρεπε ενώ κρεμιόμασταν στο κενό μέσα στον κύλινδρο,
να κρατούμε σταθερή θέση και ισορροπία με τα γόνατα ακουμπισμένα στα τοιχώματα, ώστε να έχουμε τη κατάλληλη δύναμη να ξύσουμε την πετρωμένη τέφρα από τις εκρήξεις των καυσίμων.
Το πλήρωμα της μηχανής ήταν λιγοστό, καθώς το πλοίο ήταν τελευταίας τεχνολογίας και αυτόματο.
Όλα λειτουργούσαν από το control room του μηχανοστασίου που ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο με κονσόλες, πίνακες, και πάνελς φορτωμένα με όλα τα απαραίτητα indicators και διακόπτες που με τον κατάλληλο χειρισμό έδιναν τις ανάλογες οδηγίες στη μηχανή και στα βοηθητικά μηχανήματα. Όλοι μας, ακόμα και ο Πρώτος σκύψαμε στη δουλειά. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος, η θάλασσα δυνάμωνε και μπορούσε να μας βουλιάξει αν το ρεύμα μας έπαιρνε κόντρα στον καιρό και κάποιο μεγάλο κύμα μας χτυπούσε στο πλευρό.

Τρία ολόκληρα ημερόνυχτα χωρίς ύπνο και ξεκούραση, δουλέψαμε όλοι πολύ σκληρά. Άλλοι έτριβαν με σμυριδόσκονη τα πέκκα, και άλλοι ετοίμαζαν το καινούργιο πιστόνι που στερεωμένο για πολύ καιρό δίπλα στη μηχανή, χρειάστηκε πολύ δουλειά να καθαριστεί, να τριφτεί και να ετοιμαστεί. Η δύσκολη δουλειά όμως ήταν μέσα στο χιτώνιο. Περιμένοντας ώρες να κρυώσει, μετά έπρεπε να αφαιρέσουμε από τα τοιχώματα τις τεράστιες πετρωμένες ποσότητες τέφρας που κόλλησαν συνέπεια της ζημιάς. Μέσα χωρούσε μόνο ένας, γι αυτό με τη σειρά κρεμιόμασταν και με ξύστρους και κοπίδια, πρώτα ξύσαμε και ύστερα τρίψαμε καλά χωρίς να αφήσουμε ίχνος ξένης ουσίας πάνω στο εσωτερικό μέταλλο.  

Ο πρώτος μηχανικός ένας μάγκας άνθρωπος που επέβαλλε την προσωπικότητα του χωρίς φωνές και θυμούς παρα μόνο με την ευγενική του συμπεριφορά, είχε ένα ξενόφερτο όνομα, τον έλεγαν Γαταγά. Είναι το μόνο όνομα πρώτου που ενθυμούμαι από ολόκληρη την ναυτική καριέρα μου σήμερα μετά από πολλά χρόνια, καθώς κανέναν ουδέποτε φωνάζαμε ονομαστικά, αλλά τους καλούσαμε ως είθισται με τον αγγλικό όρο chief, δηλαδή αρχηγό.
Ήταν πάντα ευγενής και προσιτός, και έχαιρε εκτίμησης από όλο το πλήρωμα, ιδιαίτερα ημών των μηχανικών.
Μας κάλεσε όλους στο control room και ψύχραιμα μας εξήγησε τη δύσκολη κατάσταση. Ήταν μεγάλος ο κίνδυνος μέσα στην τόση θαλασσοταραχή που σβήσαμε τη μηχανή μας εξήγησε, αλλα δεν γινόταν αλλιώς. Γι αυτό, χωρίς αναπαμό θα έπρεπε να ξεπεράσουμε εαυτόν και να αλλάξουμε το πιστόνι το γρηγορότερο πριν ίσως κάποιο μεγάλο κύμα μας πάρει από κάτω.
Με την αίσθηση του κινδύνου που μας απειλούσε και με υπευθυνότητα, στρωθήκαμε στη δουλειά υπό την καθοδήγηση του πρώτου. Δεύτερος, τρίτοι, Junior (εγώ), λαδάδες και καθαριστής, επιδοθήκαμε σε σκληρή μάχη με το χρόνο για να προλάβουμε τον καιρό.
Η μέρα πέρασε, πέρασε και η πρώτη νύχτα. Καλά κρατούσαμε και καλά αντέχαμε. Φαγητό τρώγαμε στο πόδι, τον καφέ σχεδόν τον ξεχάσαμε , ακόμα και για τσιγάρο δεν σταματούσαμε.
Μας βρήκε η δεύτερη νύχτα χωρίς ακόμα να έχουμε τελειώσει, και με την ανησυχία μας να μεγαλώνει καθώς ο καιρός επιδεινωνόταν, άρχισε και η κούραση να δείχνει τα σημάδια της πάνω μας. Όταν μόλις για λίγο μπαίναμε στη δροσιά του control room για ένα καφέ, στην καρέκλα που καθόμασταν όσο και να προσπαθούσαμε να κτατηθούμε ξύπνιοι, τα μάτια μας έκλειναν μόνα τους. Με το ζόρι θυμάμαι όπως να ήταν χθες, τα κρατούσα με τα δάχτυλα ανοιχτά. Θυμούμαι καλά, με τη σειρά άφηνα πρώτα το ένα και ύστερα το άλλο να κλείσει λίγο να ξεκουραστεί, ενώ με τα δάχτυλα κρατούσα τιε βλεφαρίδες να μην κλείνουν σε μια δύσκολη προσπάθεια μου να μην κοιμηθώ. Παρ όλα αυτά, έστω για δευτερόλεπτα θυμάμαι, ο Μορφέας πιο ισχυρός, με έριχνε σε υπνώττουσες στιγμές γεμάτες ανήσυχα ονείρατα, άλλα φοβικά, και άλλα χαρωπά. Σε απειροελάχιστα μικρές ονειρικές αναλαμπές, με γεγονότα φανταστικά και πραγματικά, που παρέλαυναν  μπροστά σαν αληθινά όπως σε γρήγορη κινηματογραφική ταινία. Μας έβλεπα από την κορφή του ψηλού κυμάτου να πέφτουμε σε βαθύ έρεβος, μας έβλεπα βουλιαγμένους μέσα σε θολό νερό χωρίς αναπνοή, και σαν αλαφροΐσκιωτος πεταγόμουν προσπαθώντας να πάρω ανάσα. Μας έβλεπα ακόμα να πλέουμε σε γαλήνια νερά με τον ουρανό καταγάλανο και τους γλάρους να πετούν χαμηλά, σημάδι καλό, σημάδι, πως φτάναμε στον προορισμό μας. Και εγώ στα ρέλια ακουμπισμένος να αγναντεύω τον ορίζοντα προσπαθώντας να διακρίνω τη στεριά.

Πέρασε και η δεύτερη  νύχτα, πέρασε και η μέρα που ξημέρωσε, επιτέλους τελειώσαμε. Σφίξαμε την τελευταία βίδα, και κάναμε ενα τελευταίο γενικό έλεγχο.  Ο Πρώτος αφού ειδοποίησε τον καπετάνιο και πήρε το ahead slow, κάνοντας τον σταυρό του, έσπρωξε το παράλληλο χειριστήριο ξεκινώντας τη μεγάλη μηχανή. Όλα ήταν εντάξει, σιγά πιάσαμε την ταχύτητα μας και νιώσαμε επίσης σιγά το πλοίο να σταθεροποιείται και το μπότζι να λιγοστεύει. Η πανίσχυρη μηχανή έδινε αγόγγυστα στροφές στον άξονα και στην προπέλα που έσπρωχνε πίσω τα νερά και μας οδηγούσε μπροστά, αφήνοντας πίσω την αγριεμένη θάλασσα με βιάση, ώστε γρήγορα να πιάσουμε στο απάνεμο λιμάνι της Σεούλ.