ΑΦΡΟΔΙΣΙΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Τα λιμάνια παντού στον κόσμο συνήθως  αποτελούν αγορές έρωτος και ναρκοτικών ουσιών, καθώς εκεί ξέμπαρκοι ναύτες μοναχικοί διαβάτες που ψάχνουν καράβι να  μπαρκάρουν, ή πληρώματα πλοίων που δένουν για να ξεφορτώσουν, γυρεύουν θαλπωρή σε μια αγκαλιά σαρκικής απόλαυσης ύστερα από πολυήμερα ταξίδια σε θάλασσες και ωκεανούς. Άλλοτε οι πόρνες μόνες σουλατσάρουν προσπαθώντας να πουλήσουν το κορμί τους, και άλλοτε οι νταβατζήδες πρόθυμοι να ξεναγήσουν τα πληρώματα σε ναούς διασκέδασης και λαγνείας. Λαγνείας και απόλαυσης σαρκικής συνήθως συμβατής και κλασσικής, αλλά και αιρετικής και ανορθόδοξης πέραν των παραδεδομένων αξιών. Παζάρια ναρκωτικών ουσιών και αγοραίου έρωτος σε συχνότητες διασυρμού της αξιοπρέπειας, βαποράκια χωρίς αναστολές, γυναίκες  πόρνες και άνδρες προαγωγοί άθλιοι εκμεταλλευτές χωρίς αιδώ, που έχοντας μόνη έγνοια το κέρδος, ξεπερνούν τα όρια της ηθικής, τη αξιοπρέπειας και της ευτέλειας.
Σε λιμάνια νέες γυναίκες και μικρά κοριτσάκια σε παράταξη περιμένουν πελάτες, ενώ όσοι ναυτικοί δεν γνωρίζουν τα συνήθει ή αναζητούν κάτι περισσότερο, αποτείνονται στους νταβατζήδες και τους εμπόρους για να τους εξυπηρετήσουν.
Ανάλογα με τη αυστηρότητα του νόμου, σε κάθε χώρα και λιμάνι, τα πράγματα είναι διαφορετικά.  
Θυμάμαι μια φορά στο Μπάρι, πριν ακόμα τελειώσει το δέσιμο του πλοίου στο μόλο, κάποιοι ντόπιοι δρασκέλησαν τα ρέλια και εισήλθαν στο πλοίο.
Ότι στην Ιταλία απλοί πολίτες είχαν δικαίωμα να επιβιβάζονται σε ελλιμενισμένα υπό ξένη σημαία πλοία δεν με παραξένεψε, καθώς σε προηγούμενα λιμάνια σε πολλές χώρες το αυτό συνέβαινε, γι αυτό χωρίς να σκεφτώ πονηρά, υπέθεσα πως ήταν τελωνειακοί ή εργάτες του λιμανιού. Με τα λαδωμένα ρούχα της δουλειάς στεκόμουν στην πόρτα που οδηγούσε στο μηχανοστάσιο και έβλεπα το σουλατσάρισμα τους.
Παρακολουθούσα όσα συνέβαιναν μη έχοντας τι να κάνω έως ότου τελειώσει η βάρδια μου. Στέκοντας λίγο μακρύτερα από τα συμβαινούμενα και όλα βλέποντας τα, εύκολα κατάλαβα τα παιχνίδια και τα κοντραπαζα που διαμείβονταν και παίζονταν μεταξύ πληρώματος και επισκεπτών. Συναλλαγές με εμπορεύματα  από άλλες χώρες που συνηθίζαμε να αγοράζουμε και να εμπορευόμαστε εμείς οι ναυτικοί όπως ρολόγια  και υπολογιστές Seiko από την Ιαπωνία, φωτογραφικές ζενίθ από τη Σοβιετική ένωση, και ουσίες από χώρες φθηνές κυρίως της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Θυμάμαι μια φορά στη Νιγηρία, φουντάραμε έξω από το λιμάνι για να ανεφοδιαστούμε καύσιμη υλη για τη μηχανή, οπότε από λάντζες που μας πλεύρισαν, τελωνειακοί αξιωματικοί και απλοί εργάτες μας πρόσφερναν πολύ φτηνά όλων των ειδών τέτοιες ουσίες, με αντάλλαγμα τσιγάρα πολυτελείας, κυρίως Rothmans.

Μέσα σ αυτή την έξαρση της συναλλαγής, έπιασε το μάτι μου έναν ντόπιο νεαρό να συζητά με το καμαροτάκι του πλοίου και ύστερα μαζί να περπατούν και να μπαίνουν  στην καμπίνα του καμαρότου στο βάθος του διαδρόμου. Σκέφτηκα πως θα του έδειχνε κάτι να του πουλήσει, ή ακόμα να τα είχαν βρει μεταξύ τους, γιατί κανείς δεν ξέρει τι κρύβει μέσα του ο διπλανός του, αν είναι ετερόφυλος, ή κάτι άλλο. Το καμαροτάκι έδειχνε ένας νέος σοβαρός και ανδροπρεπής, που δυσκολα ο νους κάποιου θα πήγαινε σε σκέψεις άλλες. Όμως τα μάτια μου είδαν πολλά, τόσα πολλά, που τίποτα δεν θα με ξάφνιαζε. 
Στο χρόνο που ακολούθησε, φάνηκε καθαρά πως άλλα πράγματα έκαναν εντός της καμπίνας, και όχι κοντραπάζα. Δεν ήταν μόνο γιατί έκαναν ώρα πολλή μέσα, ήταν και γιατί μετά τον απόπλου μας ο καμαρότος είχε κολλήσει αρρώστια βαριά από αφροδίσιο νόσημα και μόλις προλάβαμε να τον παραδώσουμε πριν μας πεθάνει στη θάλασσα καθώς πολύ γοργά η ασθένεια άρχισε να τον κατατρώγει και αφόρητα να τον βασανίζει.  

Η ομοφυλοφιλία συνήθως έχει γενετικό υπόβαθρο, που σε συνδυασμό με τις περιβαλλοντικές επιρροές κάνει έναν άνθρωπο ομοφυλόφιλο. Δηλαδή οι περισσότεροι τοιούτοι γεννιούνται με προδιάθεση, και δεν πρόκειται για θέμα επιλογής τους αργότερα στη ζωή. Στο απλό κοινό των ανθρώπων αυτό θεωρείται κακό έως και έγκλημα, ενώ για ανοιχτόμυαλους και μορφωμένους, θεωρείται απλά διαφορετική σεξουαλική προτίμηση.
Όμως μελέτες επιστημόνων τονίζουν, πως στις σεξουαλικές αυτές πράξεις χρειάζεται ιδιαίτερη προφύλαξη, καθώς ένεκα της κοινωνικής κατακραυγής που τυγχάνουν οι ομοφυλόφιλοι και στη μυστικότητα που αναγκάζονται να ενεργούν, υποχρεώνονται να αλλάζουν συντρόφους με αποτέλεσμα οι ασθένειες να μεταδίδονται ευκολότερα.

Η ίδια απειλή από μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους εγγυμονεί και για τους  ναυτικούς ένεκα του ασυνήθιστου περιβάλλοντος που διαβιούν και των συνθηκών εργασίας που απασχολούνται. Από μελέτες έχει αποδεδειχθεί πως όσοι εξ αυτών ασθενούν και αποβιώνουν, οι περισσότεροι θάνατοι δεν οφείλονται σε ατυχήματα και πνιγμούς όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στις λοιμωδεις ασθένειες και κυρίως τις αφροδίσιες, ιδιαίτερα την παλιά εποχή που δεν ήσαν ιάσιμες Είναι λοιπόν γεγονός αναμφισβήτητο πως οι ναυτικοί κινδυνεύουν από ευρύ φάσμα ασθενειών κυριότερες οι οποίες είναι όσες προέρχονται από το σεξ, καθώς πολλοί δεν παίρνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις. Πολύ τακτικές ασθένειες που ταλαιπώρησαν κατά τη γνώμη μου όλους τους ναυτικούς είναι οι έρπητες, οι κόντυλοι,  οι ψείρες, η βλεννόρροια. Σίγουρα πολλοί κόλλησαν πιο επικίνδυνες ασθένειες, αλλά επειδή είναι βαριάς μορφής κανείς δεν τις αναφέρει, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες που πολλοί τις συναφέρνουν και τις θεωρούν απλές όπως μια γρίπη ή ένα κρυολόγημα.

Το μικρό καμαροτάκι λοιπόν, κόλλησε σκουλαμέττο. Για μερικές στιγμές σεξουαλικής ηδονής που μάλλον δεν μερήμνησε να λάβει προφυλάξεις, η κακή στιγμή του επέφερε πολλά δεινά, αφόρητο πόνο και ταλαιπωρία. Στη βιά του ίσως, ή στην ανημποριά της πλήρους απόλαυσης, βιάστηκε να παραδοθεί σε σεξουαλικές ορέξεις χωρίς προφύλαξη. Για λίγες στιγμές λάγνες που γρήγορα τέλειωσαν, δεν ενέργησε σωστά, δεν προφύλαξε τον εαυτό του.
Και να τώρα, ύστερα από λίγες μέρες μέσα στον Ινδικό ωκεανό που ταξιδεύαμε, φανερώθηκε η άσχημη αρρώστια. Στην αρχή έκρυψε το πρόβλημα και μας σερβίριζε το φαγητό στην τραπεζαρία κρύβοντας τον πόνο του, χωρίς να δείχνει πώς υπέφερε.
Αλλά όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες, η αρρώστια τον κατέτρωγε και τον έφθινε. Φαινόταν καθαρά στο πρόσωπο του και στις κινήσεις του πως πολύ πονούσε. Στις ερωτήσεις μας απαντούσε πως τον πείραξε ο σπόνδυλος του, γι αυτό και εμείς κατ αρχάς τον συμπονέσαμε και τον βοηθήσαμε με το να σερβιριζόμαστε μόνοι μας.

Ώσπου μια μέρα τον είδα να βγαίνει από την καμπίνα του με ανοιχτά πόδια όπως τον συγκαμμένο και χωρίς να δύναται καθόλου να περπατήσει, ενώ από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, και σπασμοί στο πρόσωπο του φανέρωναν τον ανείπωτο πόνο του. Τον ρώτησα τι έχει, και αυτός κλαίγοντας μου απάντησε πως κόλλησε νόσημα, πως τον έφαγε και τον τέλειωσε, πως δεν άντεχε άλλο τους αφόρητους πόνους, πως ήθελε να πεθάνει, να γλυτώσει.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο λοστρόμος απέναντι στη άκρη του διαδρόμου, και βλέποντας τη σκηνή, ήρθε κοντά μας. Έμπειρος ναυτικός και παλιά καραβάνα, αμέσως κατάλαβε, και του είπε,
-ρε πούστη, κόλλησες βλεννόρροια στον ποπό;
Και γυρίζοντας σε μένα μου είπε,
-Κύπριε η κατάσταση είναι δύσκολη, τρέχα να φωνάξεις το Γραμματικό.

Ο δεύτερος πλοίαρχος ή γραμματικός όπως συνήθως τον καλούσαμε ήταν υπεύθυνος για όλα όσα συνέβαιναν στο πλοίο, και έπρεπε να μεριμνά ώστε όλα να γίνονται με το σωστό τρόπο. Φυσικά ήταν υπόλογος στον καπετάνιο που τον ενημέρωνε για όλα και έπαιρνε διαταγές μόνο από αυτόν.  
Στην περίπτωση του καμαρότου αποφάνθηκε πως έπρεπε να περιοριστεί στη καμπίνα του έως ότου πιάσουμε λιμάνι για να πάει στο γιατρό. Η ασθένεια του ήταν κολλητική και δεν έπρεπε καθόλου να κυκλοφορεί ή να εργάζεται, πόσον μάλλον να σερβίρει φαγητό στο πλήρωμα.
Του έδωσε κάποια παυσίπονα λοιπόν, και τον κλείδωσε στην καμπίνα του δίνοντας διαταγή, κανείς να μην του ανοίξει, ούτε να τον επισκεφτεί.
Και ενώ οι μέρες περνούσαν, ο καμαρότος μέσα στην καμπίνα του περιορισμένος σπάραζε από τους πόνους και οι κραυγές του μέρα νύχτα ακούγονταν γοερές, και μας τριβέλιζαν τα αυτια. Ήταν μια κατάσταση που μας τρόμαζε καθώς το κλάμα του ήταν πολύ σπαραχτικό. Ήταν φαίνεται οι πόνοι του αφόρητοι και κάθε ώρα που περνούσε γίνονταν χειρότεροι.
Σκέφτηκα πόσο απάνθρωπο ήταν αυτό που συνέβαινε, και γιατί ο καπετάνιος δεν ειδοποιούσε να έλθει κάποιο ελικόπτερο να τον παραλάβει. Σκέφτηκα μήπως επί σκοπού δεν ειδοποιούσαν γιατί τα κόστα σε τέτοια περίπτωση για την εταιρεία θα ήταν μεγάλα. Σκέφτηκα ακόμα πως ίσως ο Γραμματικός να μην νοιαζόταν για τις ανθρώπινες ζωές και να άφησε τον καημένο ασθενή στο έλεος του και στη μαύρη του μοίρα. Οι σκέψεις μου αυτές ήταν βάσιμες, γιατί σε ένα προηγούμενο μας ταξίδι είδα σε αυτόν κακία και απανθρωπιά να τον κυριαρχεί. Ήταν θυμάμαι καλά όπως να ήταν χτες, ένα περιστατικό που πολύ με στενοχώρησε και με έκανε να τον απαξιώσω ως άνθρωπο. Είχαμε αποπλεύσει από ένα λιμάνι, και ο βοηθός λοστρόμος (Σάκη τον φωνάζαμε καλά θυμάμαι ακόμα) είχε αγοράσει ένα μικρό πιθηκάκι μια σταλιά και όλο χάρη, ένα πολύ ήρεμο, εκπαιδευμένο και συμπαθητικό ζωάκι. Όλοι το αγαπήσαμε, και όλοι παίζαμε μαζί του. Ώσπου μια μέρα ο Γραμματικός, ένας άνθρωπος πετσί και κόκκαλο που το φαγητό δεν το έπιανε ίσως από την μοχθηρία που τον διακατείχε, μόλις ήρθε εις γνώση του το γεγονός, άρπαξε το μικρό ζωάκι, και με δύναμη το έριξε φούντο στη θάλασσα. Ήταν ένα θλιβερό περαστικό που έμεινε ανεξίτηλο γραμμένο στη μνήμη μου καθώς έβλεπα το μικρό ζωάκι να κολυμπά προσπαθώντας να μην πνιγεί. Και το πλοίο έφευγε μακριά αφήνοντας πίσω το καημένο πιθηκάκι, με προδιαγραμμένη την μοίρα του να πνιγεί και να το φαν τα ψάρια. Γνώριζα πως απαγορεύονταν τα ζώα στα πλοία γιατί υπήρχε κίνδυνος να μεταδώσουν ασθένειες μολυσματικές στο πλήρωμα και πως ο γραμματικός ενέργησε βάση των κανονισμών, παρ όλα αυτά, θεώρησα την πράξη του απάνθρωπη.

Οι κραυγές του πόνου και οι κλαυθμοί της απόγνωσης του ασθενούς μας πίκραιναν την καρδιά και μας έθλιβαν, ώσπου ξαφνικά κάποια μέρα σταμάτησαν να ακούονται. Όλοι σκεφτήκαμε το χειρότερο, και με πολλή αγωνία ζητήσαμε ενημέρωση από τον δεύτερο πλοίαρχο. Μας έδωσε μια εξήγηση αληθοφανή, πως τον μετέφερε στο αναρρωτήριο στο πλωριό ντεκ, ώστε να μην επηρεαζόμαστε εμείς το υπόλοιπο πλήρωμα από τις κραυγές του στην απόδοση της εργασίας μας. Δεν πίστεψα πολύ αυτή την εξήγηση, και ακόμα έως τώρα διερωτώμαι αν έτσι είχαν τα πράγματα, ή αν το άμοιρο καμαροτάκι δεν άντεξε τους πόνους και την καταραμένη αρρώστια, αν μέσα σε εκείνο το πλοίο άφησε την τελευταία του πνοή και άν ο γραμματικός με τον στιούαρτ μετέφεραν στο ψυγείο το άψυχο του σώμα μέχρι να πιάσουμε λιμάνι, καθώς όριζαν οι κανονισμοί.

Σε όλους μας πέρασε αυτή η κακή σκέψη, όμως ήμασταν υποχρεωμένοι να δεχτούμε όσα ο υποπλοίαρχος μας εξήγησε.