ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΥΜΑ

Εκείνη τη μέρα ήταν ξημερώματα και στεκόμουν στη πρύμνη ύστερα από τη νυχτερινή μου βάρδια. Συνήθιζα αυτές τις ώρες που ξημέρωνε και όλο το πλοίο κοιμόταν εξόν από τους βαρδιάνους, να βγαίνω στην πρύμη. Έστεκα κάτω από τα αστέρια που έσβηναν και μες το χάραμα που ερχόταν, ένιωθα στα πόδια μου το πλοίο να τρέμει και να τρίζει από την αντίσταση που εύρισκε ο έλικας μέσα στα νερά. Άκουα το τιμονάκι κάτω στα ύφαλα του πλοίου στην ίσαλη γραμμή να αγκομαχά και χωρίς αναπαμό να επαναφέρνει το πλοίο στη σωστή πορεία. Ένιωθα και αισθανόμουν κάτω από τα πόδια μου τη μεγαλη δύναμη του πλοίου και την πάλη που έδινε με τη θάλασσα για να την σπρώχνει και να μπορεί να πλέει. Ακουμπώντας στα ρέλια και παρακολουθώντας τα άσπρα αναταραγμένα νερά από τον έλικα του πλοίου, άφηνα το μυαλό μου να ημερεύει με τα στοιχεία της φύσης και να ταξιδεύει στο γκρίζο μισοσκόταδο και να με πηγαίνει όπου ήθελε. Εκείνη τη μέρα, εκείνη την ωρα, -ίσως από σύμπτωση-, σκεφτόμουν τη μεγάλη δύναμη της θάλασσας και όσα ανεξήγητα έκρυβε στα σκοτεινά άγνωστα βαθιά νερά της, ώσπου ξάφνου, χωρίς να είμαι σίγουρος για ότι άρχισε να συμβαίνει, μου φάνηκε ότι ένιωσα την βαρύτητα της ατμόσφαιρας να αλλάζει και το πλοίο με τη θάλασσα να παίρνει καθίζηση και να πηγαίνει προς τα κάτω, όπως τη στάθμη μιας λίμνης που κατεβαίνει απότομα χωρίς όμως να σχηματίζει δύνη. Κοίταξα ξαφνιασμένος αλαφιασμένα ένα γύρο τη θάλασσα και μου φάνηκε ότι το πλοίο ήταν στον πάτο της βάσης ενός τεράστιου κύματος, ενώ η κορφή του πέρα μακριά ήταν απέραντα ψηλή, όπως ένα λαγκάδι ανάμεσα σε βουνά, όλα υδάτινα και το πλοίο να πλέει στη χαμηλότερη επιφάνεια των νερών.
Ήταν ένας κίνδυνος πρωτοφανής και τόσο ασύλληπτα αληθινός, που το μυαλό μου αρνήθηκε να τον πιστέψει στην αρχή, και σαν σε ονειρική κατάσταση παρακολούθησα το φαινόμενο να εξελίσσεται σαν θεατής. Έβλεπα την κορφή του κύματος να αγγίζει τον ουρανό έτοιμο να γύρει και να μας σκεπάσει, και το πλοίο να είναι παιχνιδάκι μικρό στη σκιά του. Και ύστερα έμοιαζε η θάλασσα βουνό θεόρατο, και εμείς πλέαμε στην ανηφορική πλαγιά του ώσπου φτάσαμε στην κορφή, και ύστερα πήραμε την κατηφόρα και κατεβήκαμε και βρεθήκαμε σε μια γαλήνια θάλασσα ενώ το μεγάλο κύμα έφευγε μακριά μας.
Ήταν ένα κύμα θεόρατο, κάτι που δεν είχα συναντήσει πριν στα ταξίδια μου. Ένα τεράστιο τείχος από νερό, ένα γιγάντιο κύμα με ύψος περισσότερο απο τριάντα μέτρα, μπορεί και εκατό, που εμφανίστηκε από το πουθενά.
Και όταν όλα τέλειωσαν, δεν ήμουν σίγουρος αν ότι συνέβη ήταν αληθινό. Τσίμπησα το χέρι μου ώσπου πόνεσα, αλλά το τεράστιο κύμα πέρα μακριά που έφευγε ήταν πραγματικό, το έβλεπα που συνέχιζε την πορεία του τεράστιο σε μέγεθος και φοβερό. Ήταν πραγματικότητα, ήταν ένα γιγαντιαίο κύμα που μας συνάντησε και προσπέρασε χωρίς να μας βουλιάξει.
Στις απέραντες ώρες της βάρδιας κάτω στη μηχανή, εμείς οι ναυτικοί λέγαμε ιστορίες κυρίως θαλασσινές. Κάποτε ένας γέρο θερμαστής μου είπε ότι άκουσε για ένα γιγάντιο κύμα  που χτύπησε ένα πλοίο στη Μοζαμβίκη, το ανύψωσε σε ένα υδάτινο βουνό και ύστερα το βύθισε στο θαλάσσιο βάραθρο που ακολούθησε. Όμως μου εξήγησε ότι σίγουρα ήταν μύθος, τέτοια κύματα δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχει η Γοργόνα η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου. Προσπάθησα να μάθω ρωτώντας παλιούς ναυτικούς και ψάχνοντας σε βιβλιογραφία γι αυτό το γιγάντιο κύμα, αλλά ότι έμαθα ήταν θεωρίες που δεν έπειθαν, γιατί από συνηθισμένο σεισμό δεν μπορούσε να προκληθεί αναταραχή στα νερά της θάλασσας σε τόση μεγαλη εκταση, ούτε τσουνάμι ήταν, διότι πουθενά στον κοσμο εκείνη την ημέρα δεν είχε καταγραφεί σεισμική δόνηση.

Στεκόμουν στην άκρη του πλοίου και έβλεπα το κύμα να φεύγει ενώ κανένας πανικός δεν με είχε κυριέψει ακόμα, γιατί ο νους μου δεν είχε συνειδητοποιήσει τον μεγάλο κίνδυνο που μας συνάντησε και μας προσπέρασε. Ο ήλιος ψήλωνε και σιγά σιγά ανέβαινε στον ουρανό, ενώ σε όλο τον ορίζοντα δεν υπήρχε άλλο πλεούμενο, ίσως να τα κάταπιε όλα το μεγάλο κύμα, μου πέρασε από το νου. Ο ελαφρύς και δροσερός άνεμος της νυχτερινής αύρας σταμάτησε, τον πήρε μαζί του το κύμα και άφησε στην ατμόσφαιρα μια νεκρή απανεμιά που στη βαθιά σιωπή της στεκόμουν ακίνητος αρχίζοντας να συνειδητοποιώ σιγά σιγά το παράξενο παρα φυσικό φαινόμενο που είχε συμβεί.