Ο ΒΟΣΠΟΡΟΣ

Υπάρχουν ορισμένες θάλασσες επικίνδυνες στις οποίες συμβαίνουν ανεξήγητα φαινόμενα και αρκετά πλοία που έπλευσαν τα νερά τους, ποτέ τους δεν κατάφεραν να φτάσουν σε λιμάνι.
Η Μαύρη Θάλασσα μια από αυτές, αποτελεί ανεξιχνίαστη περιοχή με ιστορίες και μύθους παγωμένες στο χρόνο, που οι άνθρωποι αδυνατούν  να ανακαλύψουν το μεγάλο μυστήριο που κρύβεται στα θανατηφόρα νερά της.
Γράφουν κάποιες γραφές πως εκεί προσάραξε η κιβωτός του Νώε, λένε κάποιοι άνθρωποι πως στα βάθη της δεν υπάρχει οξυγόνο γι αυτό υπάρχουν ναυάγια και ναυτικοί πνιγμένοι στην ίδια μορφή πριν βουλιάξουν, δηλαδή ανέπαφα σκαριά πλοίων και ανέπαφα σώματα νεκρών πνιγμένων ναυτικών.
Η Μαύρη θάλασσα ονομάζεται και Εύξεινος Πόντος μια σύνθετη λέξη από το εύ και ξένος, που σε παραφθορά υπονοεί αφιλόξενη θάλασσα. Στις γραφές υπάρχουν αναφορές πως ο απύθμενος βυθός της καθώς και τα παράλια της, αποτελούν νεκρή φύση χωρίς ζωή κατά το πλείστον. Οι επιστήμονες εξηγούν το φαινόμενο επιστημονικά, αλλά κάποιοι είπαν πως οφείλεται σε πυρηνική έκρηξη που συνέβηκε κατά την αρχαιότητα, διότι καθώς υποστηρίζουν, στο άγνωστο παρελθόν η επιστήμη ήταν πολύ ενεπτυγμένη περισσότερο από σήμερα, και εξ υπαιτιότητας της η γη καταστράφηκε ολοσχερώς.
Κάποιοι άλλοι επιστήμονες ισχυρίζονται πως πριν χιλιάδες χρόνια τα νερά της Μεσογείου στο Μαρμαρά
ανυψώθηκαν ένεκα μεγάλου κατακλυσμού και υπερχείλισαν σε λίμνη γλυκού νερού απέναντι, σχηματίζοντας τη Μαύρη θάλασσα.
Κατά τη μυθολογία τις δυο θάλασσες που δημιουργήθηκαν, χώριζαν οι συμπληγάδες πέτρες που ήσαν τεράστιοι κινούμενοι βράχοι και συνέθλιβαν κάθε πλοίο που περνούσε το Βόσπορο, μέχρι που ο ήρωας Ιάσωνας κατάφερε να περάσει, οπότε οι βράχοι σταθεροποιήθηκαν και ανοίχτηκε η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα. 
Το αρχαιοελληνικό όνομα Βόσπορος αναλύεται ως βους και πόρος, καθώς από το πέρασμα (πόρος) των στενών διέφυγε η Ιώ μεταμορφωμένη σε αγελάδα (βους). 
Η Ιώ ήταν ιέρεια της Ήρας και ερωμένη του Δία ο οποίος θέλωντας να την προστατεύσει από το μένος της συζήγου του όταν ανάκαλυψε την παράνομη σχέση, την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Αλλά η Ήρα για να την τιμωρήσει της έστειλε έναν οίστρο μυγών των βοδιών να την κατατρέχει και η Ιώ βασανισμένη από το μαρτύριο, άρχισε να περιπλανάται σε όλη την Ελλάδα ώσπου διήλθε τον Βόσπορο και διέφυγε.
Στη πρόσφατη ιστορία μετά το Χριστό, Βυζαντινοί ονόμαζαν το Βόσπορο Στενόν, και ένεκα της στρατηγικής σημασίας του πορθμού, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έκτισε εκεί την πρωτεύουσα του κράτους, την Κωνσταντινούπολη.
Οι ακτές των στενών είναι πυκνοκατοικημένες από πανέμορφα κτίρια της πόλεως, ενώ τους λόφους γυρω κοσμούν Οθωμανικά ανάκτορα όπως το Τοπ Καπί, καθώς και αξιοθέατα μνημεία και κτίρια, όπως η Αγία Σοφία και το Μπλε Τζαμί.

Την θαυμαστή αυτή θάλασσα την πιο όμορφη που αρμενίστηκε μυριάδες φορές, αυτήν που γέννησε ήρωες και στα νερά της γράφτηκε η ιστορία του κόσμου, έπλευσα και εγώ ο τυχερός μερικές φορές, όταν πρωτόμπαρκος εργάστηκα στα καράβια. Από νεαρής ηλικίας μου έλαχε η τύχη να την ταξιδεύσω και να γνωρίσω την ομορφιά της, να γευτώ την αλμύρα της, και να νανουριστώ στα κύματα της.
Ήμουν μπαρκαρισμένος στο “San Denis  ένα μικρό φορτηγό πλοίο δυόμισι χιλιάδων τόνων, που δεν έκανε ταξίδια μακρινά, καθώς ήταν πολύ μικρό για τους μεγάλους ωκεανούς. Έπλεε τη Μαύρη θάλασσα μεταφέροντας από τη Ρωσία φορτία ξυλείας προς τα Ελληνικά νησιά, και εσπεριδοειδή φρούτα από την ελλάδα στη Ρωσία.
Ήταν  κοντινά δρομολόγια, γι αυτό πολλοί ναυτικοί προτιμούσαν να ναυτολογηθουν σ αυτό ώστε να είναι κοντά στις οικογένειες τους, αφού το ταξίδι διαρκούσε μόλις πέντες μέρες πηγαιμό, και πέντε μέρες γυρισμό.
Ένεκα της μεγάλης ζήτησης για εργασία οι μισθολογικές απολαβές ήταν χαμηλές, και ένεκα αυτού, πολλοί εξ ημών του πληρώματος απο την ανάγκη μεγαλύτερου εισοδήματος, ασχολούμασταν με την εμπορία ορισμένων προϊόντων που αγοράζαμε από την Ελλάδα και τα πωλούσαμε στη Ρωσία. Ήταν προϊόντα υψηλής ραπτικής γυναικείας ενδύσεως και τσίχλες Χίου, προϊόντα δυσεύρετα στη Σοβιετική Ένωση, καθώς οι εισαγωγές ήταν πολύ αυστηρές στην αχανή Κουμμουνιστική χώρα. Ως εκ τούτου, αυτή η εμπορία ήταν λαθρεμπόριο και αδίκημα που ετιμωρείτο αυστηρώς εάν κάποιος συλλαμβανόταν να το διαπράττει. Τοποθετούσαμε τα προϊόντα σε καλές κρυψώνες που πολύ δύσκολα μπορούσαν οι τελωνειακοί να ανακαλύψουν, και στις εξόδους μας τα βγάζαμε στη στεριά με τη βοήθεια των φρουρών τους οποίους λαδώναμε της μετρητοίς με λίγα ρούβλια. Ρούβλια ήταν το Εθνικό νόμισμα της χώρας, και τα κέρδη που αποκομίζαμε από το μικρό μας εμπόριο ήταν πολλαπλάσιο απ’ όσο αγοράζαμε. Ήταν χρήματα όμως που δεν είχαν πέραση σε άλλη χώρα, έτσι όσα κερδίζαμε τα ξοδεύαμε σε ψώνια και διασκέδαση.
Σε εκείνο το ταξίδι, ένας απρόσεχτος ναύτης δοκίμασε να πουλήσει λαθραία προϊόντα σε μυστικό αστυνομικό. Αμέσως συνεληφθηκε, αλλά ευτυχώς ύστερα από διαμεσολαβηση του καπετάνιου αφέθηκε ελεύθερος, αφού πρώτα του έγινε αυστηρή παρατήρηση. Ήταν ένα από τα προνόμια που είχαμε ως Έλληνες ναυτικοί, σχεδόν σε όλες τις χώρες, οι πολίτες αλλά και οι τελωνειακοί, ήταν φίλα προσκείμενοι σε εμάς.
Εκείνη τη φορά από το φόβο μας όπως ήταν φυσικό εξάλλου, κανείς μας δεν τόλμησε να κάνει με τους μικροεμπόρους πλασιέ της πιάτσας κοντραπάτζα με λαθραία προϊόντα.

Ανοιχτή θάλασσα ονομάζεται η θάλασσα που κανένα κράτος δεν μπορεί να θέση κυριαρχία σε αυτή, και είναι ελεύθερη για όλους. Σε αυτές τις θάλασσες που καλούνται διεθνή ύδατα, το μόνο κράτος που μπορεί να ασκήσει έλεγχο σε ένα πλοίο είναι αυτό του οποίου τη σημαία φέρει και στο οποίο εν πλω, αντιπρόσωπος και απόλυτος διοικητής, είναι ο καπετάνιος.
Ο καπετάνιος του πλοίου ως ο επικεφαλής, έχει τεράστιες νομικές δυνάμεις και εξουσίες επί του πληρώματος σε κάθε πρόσωπο που επιβαίνει σ’ αυτό. Είναι επίσης υπεύθυνος για την ασφάλεια και την ευταξία με απεριόριστες εξουσίες τέτοιες, που σε σκάφος εν πλω  εις διεθνή ύδατα, δικαιούται να χρησιμοποιήσει μέχρι θανάσιμη δύναμη εάν παρασιτεί ανάγκη.

Αναχωρώντας λοιπόν, από το λιμάνι του Νοβοροσίσκ και πλέοντας στην ανοιχτή θάλασσα, μια μεγάλη έκπληξη μας περίμενε. Ο καπετάνιος ασκώντας την εξουσία του, μας διέταξε και παραδώσαμε όλα τα μικροεμπορεύματα που είχαμε στην κατοχή μας και τα οποία εμπορευόμασταν στη Σοβιετική Ένωση διενεργώντας ένα μικρό λαθρεμπόριο ειδών πολυτελείας όπως τσιχλών και  κομψών ενδυμάτων, καθώς η εισαγωγή από άλλες χώρες απαγορευόταν, και ως εκ τούτου, είχαν μεγάλη ζήτηση.
Ήταν θυμωμένος ένεκα της συλλήψεως από τελωνειακο στο λιμάνι του Νοβοροσίσκ, ο ναύτης που παράνομα πουλούσε τσίχλες σε Ρώσους πολίτες.. Δεν είχε κατηγορηθεί, παρά μόνο του έγινε αυστηρή προειδοποίηση. Ήταν ένα έιδος μικρολαθρεμπορίου που όλοι διενεργούσαμε ακόμα και ο ίδιος ο καπετάνιος σε συνεργασία με τους τελωνειακούς. Γι αυτό, όλοι παραξενευτήκαμε με την απόφαση του, και την θεωρήσαμε παράλογη, καθώς είχαμε το δικαίωμα να αγοράζουμε νόμιμα προϊόντα απ όλες τις χώρες, το μόνο που χρειαζόταν ήταν σε κάθε λιμάνι να κάνουμε δήλωση κατοχής ώστε να μην μπορούμε παράνομα να τα εμπορευτούμε.
Τα παραδώσαμε λοιπόν, και κανένας μας δεν τόλμησε να κρύψει έστω μέρος τους, γιατι όλοι μεταξύ μας ξέραμε τις κρυψώνες του καθενός, ξέραμε επίσης πως ο καπετάνιος είχε το ρουφιάνο του ανάμεσα μας, και όσοι αποκρύβαμε το παραμικρό, σίγουρα θα το μάθαινε.
Στιβάστηκαν λοιπόν όλα τα λαθραία πάνω στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας των αξιωματικών δημιουργώντας ένα μεγάλο γουνάρι. Ήταν μια ποικιλία προϊόντων από μικρά πακέτα τσιχλών, άλλα μεγαλύτερα με είδη ρουχισμού, και άλλα πολλά με νάιλον κάλτσες, καθώς είχαν πολλή ζήτηση στη Ρωσία.
Όλοι με περιέργεια αναρωτιόμασταν γιατι προέβηκε σ αυτή την πράξη έστω και αν ήταν θυμωμένος. Η αξία τους σε τιμές άλλων χωρών δεν ήταν μεγάλη, έτσι καταλήγαμε στο συμπέρασμα πως μόνη αιτία θα ήταν η κακή ψυχολογία του. Το αφήσαμε να περάσει, πιστεύοντας πως στις επόμενες μέρες πριν φτάσουμε στον επόμενο προορισμό μας θα μαθαίναμε τις προθέσεις του.

Επόμενος προορισμός μας ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος, τα παλιό λίκνο του Ελληνικού πνεύματος. Το σπουδαιότερο λιμάνι και η πρωτεύουσα της χώρας κατά την αρχαιότητα, που στην ακμή της αποτέλεσε μια από τις επιφανέστερες εστίες πολιτισμού, διαθέτωντας τη μεγαλύτερη και διασημότερη βιβλιοθήκη του κόσμου πριν τη καταστροφή της από πυρκαγιά, και που συγκέντρωνε τους αξιότερους πνευματικούς και σοφούς του κόσμου.
Είναι η πόλη επίσης ταυτισμένη ιστορικά με τον μεγαλύτερο φάρο που εθεωρείτο ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ήταν πύργος ύψους εκατόν σαράντα μέτρων, και αποτελούσε το πιο ψηλό κτίριο εκείνης της εποχής. Κατασκευασμένο περίτεχνα, επί της κορυφής του ήταν στημένο το άγαλμα του Ποσειδώνα. Σχεδιάστηκε επί Πτολεμαίου Α΄ κατά τον τρίτο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε εν λειτουργία έως τον δέκατο τέταρτο μ.Χ. αιώνα που χάλασε από σεισμό. Ήταν κτισμένος στη νησίδα Φάρος, και από αυτήν πήρε το όνομα, το οποίον και χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως ονοματολογία εις ολόκληρο τον κόσμο.
Περάσαμε δίπλα από τα χαλάσματα του φάρου και πλεύσαμε παράλληλα στην προέκταση του βραχίονα που ένωνε τη νησίδα με τη στεριά, δημιουργώντας έτσι το σπουδαίο απάνεμο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Μπήκαμε σιγά στο βαθύ λιμάνι με τη βοήθεια του Άραβα πιλότου που μας εστάλη από τα λιμεναρχείο για να μας οδηγήσει, και δέσαμε στο ντόκο δίπλα από ένα Ρωσικό υποβρύχιο που στάθμευε αναδυόμενο για ανεφοδιασμό υπό τη φρούρηση πολεμικών πλοίων γύρω του.
Μόλις αράξαμε, μπήκαν με μιας τελωνειακοί για το νενομισμένο έλεγχο, και κάμποσοι μικροπωλητές που προσπαθούσαν να μας πουλήσουν σουβενίρ και ψεύτικα χρυσαφικά σε μια προσπάθεια τους ντε και σώνει να μας ξεγελάσουν. Εγώ ως φαίνεται φαινόμουν πως ήμουν νιόμπαρκος, γιατί μου την πέσανε πρώτα, προσπαθώντας με γλώσσα μισοαγγλιστί και μισοελληνιστί, να με πείσουν να αγοράσω κάλπικα χρυσαφικά.
Τα κοντραμπάζα διακόπηκαν από αυξημένη κίνηση τελωνειακών που παρατηρήσαμε να ανεβαίνουν βιαστικοί στο πλοίο. Καταλάβαμε πως κάτι συνεβαινε, αλλά ο νους μας δεν μπορούσε να μαντέψει. Τους είδαμε να κατευθύνονται στο μεσαίο Deck της γέφυρας, όπου εκεί ήταν το γραφείο του καπετάνιου…

Έως την ώρα που αναχωρήσαμε την επόμενη μέρα, δεν μάθαμε τι είχε συμβεί, κανένας εκ των αξιωματικών της γέφυρας δεν μας ενημέρωσε. Ή δεν ήταν κάτι σοβαρό, η αν ήταν, ίσως έλαβαν διαταγή από τον καπετάνιο να μην μας ενημερώσουν.

Δεν κάτσαμε πολύ στο λιμάνι. Ξεφορτώσαμε όλη μέρα και νύχτα, και την επόμενη αναχωρήσαμε. Μόλις προλάβαμε να κάνουμε ένα γύρο στη μεγάλη πόλη και να επισκεφτούμε τα κυριότερα αξιοθέατα. Μπαρς με γυναίκες δεν υπήρχαν καθώς εκείνους τους καιρούς η Αίγυπος ήταν αυστηρή Μουσουλμανική χώρα, γι αυτό υπό συνοδεία οδηγού επί πληρωμή, επισκεφθήκαμε κρυφές γυναίκες ανοχής, που κατοικούσαν πολύ μακριά από το λιμάνι για να μην δίνουν στόχο στις διωκτικές αρχές.
Εντύπωση μεγάλη κατά το σεριάνημα μας στην Αλεξάνδρεια απ όσα είδαμε, ήταν η ίδια η πόλη ολόκληρη και ο σχεδιασμός της που έμοιαζε Ελληνική, με αρχαϊστικά στοιχεία, με Ορθόδοξες εκκλησίες και Ελληνικές επιγραφές σε πολλά κτίρια. Ήταν η Αλεξάνδρεια των παλιών Ελλήνων που δυστυχώς επί διακυβερνήσεως Νάσερ λίγα χρόνια πρωτύτερα, οι αρχές κατάσχεσαν τις περιουσίες τους και τους εκδίωξαν από τη χώρα, διαμοιράζοντας τον Ελληνικό πλούτο σε πτωχούς Αλεξανδρινούς Αιγυπτίους. Ήταν η γνωστή μοίρα των Ελλήνων, ο αιώνιος κατατρεγμός τους.

Την επόμενη μέρα αποπλεύσαμε με θλιμμένη την καρδιά, έχοντας μέσα μας μια πίκρα για τη μοίρα των Ελλήνων προσφύγων που από τον καιρό των Τουρκοαιγυπτίων μέχρι των Νεοτούρκων και των Αιγυπτίων πρόσφατα, πολλά δεινά γνώρισαν και μεγάλο κατατρεγμό δέχτηκαν…
Μόλις ανοιχτήκαμε στα βαθιά, ηρθε το μήνυμα, τα κακά χαμπάρια. Μάθαμε τι συνέβηκε με τις τελωνειακες αρχές στην Αλεξάνδρεια. Ο καπετάνιος ξέχασε να δηλώσει τα εμπορεύματα που είχε κατασχέσει από εμάς. Ενώ ήταν απλωμένα στο μεγάλο τραπέζι φανερά μπροστά στα μάτια των τελωνειακών, αυτοί  δεν τα βρήκαν στη λίστα εμπορευμάτων που τους δήλωσε ο καπετάνιος καθώς είχε ξεχάσει να τα συμπεριλάβει ως αφορολόγητα. Όπως όριζε ο νόμος, κατάσχεσαν τα προϊόντα και επέβαλαν στο πλοίο ένα τεράστιο πρόστιμο μερικών χιλάδων λιρών Αγγλίας για αδήλωτα προϊόντα, ποσό το οποίο η Ναυτιλιακή εταιρεία το πλήρωσε δια του ατζέντη της, αλλά θα το απέκοπτε από το μισθολόγιο του καπετάνιου ως του κύριου υπαίτιου για ότι συνέβηκε εκ της αμελείας του.

Είναι παραδεχτό από πολλούς πως η καλοσύνη αμείβεται και η κακία τιμωρείται. Ο καπετάνιος που χωρίς ιδιαίτερο λογο μας πήρε όσα προϊόντα είχαμε θέλοντας άδικα να μας τιμωρήσει για το μικρό μας λαθρεμπόριο στη Σοβιετική Ένωση, ένα εμπόριο λαθραίο που και ο ίδιος διενεργούσε, τώρα ο ίδιος τιμωρήθηκε, ίσως από το χέρι του Θεού που δεν άντεξε την κακία του. Καθώς ήταν υπόχρεος να πληρώσει, σε μια προσπάθεια του να το αποφύγει, μας κάλεσε και μας ζήτησε να μοιραστούμε το χρέος, γιατί όπως ισχυρίστηκε, όλοι είχαμε μερίδιο στα λαθραία προϊόντα.


Όταν όμως περί χρημάτων και προστίμων καλείται τις να πληρώσει, και όταν εξ υπαιτιότητας άλλου συμβαίνει, δεν είναι δυνατόν να το αποδεχτεί. Εκ μέρους όλων μας λοιπόν, ο λοστρόμος εξήγησε στον καπετάνιο πως δεν αποδεχόμαστε τον διακανονισμό, καθώς αυτός πήρε τα προϊόντα μας παράνομα, και σωστότερο θα ήταν να μας αποζημίωνε για την απώλεια, παρά να ζητά να επωμιστούμε μαζί του το πρόστιμο που επιβλήθηκε για καταδικό του και μόνον λάθος.