ΣΤΟ ΚΑΤΕ ΝΤΡΑΚ ΤΗΣ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

Το πλοίο ΕΥΓΕΝΙΑ καθώς όριζε ο νόμος, χρειαζόταν ένα τσεκ απ, γι αυτό πήγαμε  στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά όπου καθίσαμε λίγες μέρες, και από εκεί βάλαμε πλώρη για τον Περσικό Κόλπο. 
Περνώντας από το λιμάνι του Αη Νικόλα στην Κρήτη, πιάσαμε ράδα για να ανεφοδιαστούμε στόρια και φρέσκα τρόφιμα.
Η μέρα ξημέρωνε με συννεφιά και βροχή. Περιμένοντας τη λάντζα, ο πόμαν, ο λοστρόμος και λίγοι ναύτες πάνω στο κατάστρωμα ετοίμαζαν το παλάγκο για το φόρτωμα, ενώ κουβεντιάζοντας και συζητώντας έλεγαν για τη βροχή που έπεφτε σιγανή και ξέπλενε την κουβέρτα. Δίπλα τους ο γραμματικός τους άκουε έχοντας το νου του στη λάντζα.
Αυτό το όμορφο πρωινό από τη ράδα, εμείς οι άλλοι στο σκεπαστό της πρύμης, παρατηρούσαμε την κίνηση στο λιμάνι και στην πόλη του Άη Νικόλα. Όσοι δεν είχαμε βάρδια ήμασταν εκεί και χαζέβαμε τον όμορφο κόλπο αναμένοντας τη λάντζα που θα έφερνε μαζί το ταχυδρομείο.
-Όμορφα είναι στη ράδα του νησιού το σημερινό πρωινό, άκουσα τον γραμματικό να λέει, θα πάρουμε τα στόρια και ολόισια για το νησί Καρκάϊλαντ να φορτώσουμε για Ολλανδια. Αυτές είναι οι εντολές για το επόμενο ναύλο, το επόμενο ταξίδι, πηρε τηλεγραφημα ο μαρκόνης.
Συνήθως φορτώναμε χωρίς να έχουμε συγκεκριμένο προορισμό, και παίρναμε οδηγίες από τα γραφεία μετά που σαλπάριζε το πλοίο φορτωμένο και έτοιμο για οποιοδήποτε μεγάλο ποντοπόρο ταξίδι. Αυτή τη φορά ξέραμε τον προορισμό μας πριν ακόμα ξεκινήσουμε το ταξίδι για τον Περσικό Κόλπο.
-Να η λάντζα, έρχεται, άκουσα τον καθαριστή της μηχανής δίπλα μου να λέει και να δείχνει τη μεγαλη βάρκα που κατευθυνόταν στη μεριά μας. Μας κόντεψε και ελαττώνοντας ταχύτητα, με μπροστινή και πισινή, κόλλησε δίπλα μας ένα με το πλοίο και άφησε τη μηχανή στο ρελαντί.
Στη λάντζα το πλήρωμα εργαζόταν πυρετωδώς να ξεφορτώσουν, ενώ ένας έστεκε στην άκρη και κοίταζε στη μεριά μας.
-Αυτός, λέω μέσα μου, μοιάζει του φίλου μου του Αντωνέσκου.
Έμεινα να τον παρατηρώ με έκπληξη για την μεγαλη ομοιότητα, φυσικά ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν ο ίδιος αφού ο φίλος μου ο παιδικός που για είκοσι χρόνια, όλα τα χρόνια της ηλικίας μας, είμαστε μαζί στο ίδιο χωριό και στις ίδιες γειτονιές, δεν έπρεπε να είναι εδώ, ήξερα ότι σπούδαζε στον Πειραιά. Μου φάνηκε ότι και αυτός με κοίταζε, αλλά δεν έδειξε να με γνωρίζει, γι αυτό όταν επιβιβάστηκε και στάθηκε δίπλα μου, με πολλή έκπληξη, ναι, αναγνώρισα τον παιδικό μου φίλο τον Αντωνέσκο. Ήταν αυτός, είχε ζητήσει και βρήκε εργασία στην ίδια εταιρεία και στο ίδιο πλοίο με μένα. Ήθελε να μου κάνει έκπληξη και ήρθε απροειδοποίητα. Μεγαλη η έκπληξη μου, μεγαλύτερη η χαρά μου, τον καλωσόρισα με ευχαρίστηση. Τον βοήθησα με τα μπαγκάζια και ύστερα ανεβήκαμε στο γραφείο του Καπετάνιου για τις γραφικές διατυπώσεις.
Στη ξενιτιά λοιπόν και μέσα στο μεσοπέλαγο συνάντησα το φίλο μου και η χαρά μου ήταν μεγαλη. Θα είχα σύντροφο και φίλο ανάμεσα στους σκληρούς ανθρώπους του πληρώματος που συνήθως οι καρδιές τους γίνονταν σκληρές και σκυθρωπές, καθώς πάνω στα γκαζάδικα ίσως από τη μεγαλη τους μοναξιά γίνονται ψυχροί και απόμακροι. Ανάμεσα σε τέτοιο πειβάλλον και συνθήκες, να έχει κάποιος αληθινό φίλο είναι μεγάλη υπόθεση, γιατί μια φιλία αληθινή είναι πού βοηθητική στις τρικυμίες του περιβάλλοντος, και είναι πολλές οι φορές που μοιράζονται χαρές και λύπες, και στα δύσκολα ο ένας γίνετα αποκούμπι και συνοδοιπόρος του άλλου στα δυσκολότερα. Έτσι και τώρα, ανάμεσα στους ξένους ναυτικούς που πολλοί προέρχονταν από άλλες χώρες άλλων φυλών και που ο καθένας κοίταζε τον άλλο με αμφιβολία, εγώ με το φίλο μου νιώθαμε σύντροφοι δυνατοί και συμπαραστάτες ο ένας στον άλλο.

Από τον Άγιο Νικόλαο Κρήτης πλεύσαμε τα γαλήνια νερά της Μεσογείου και περάσαμε από το Γιβραλτάρ στα θυμωμένα νερά του Ατλαντικού. Πλεύσαμε πλησίον των ακτών της Πορτογαλίας, περάσαμε τον Βισκαϊκό κόλπο και τις ακτές της Γαλλίας και μπήκαμε στη Μάγχη, όπου κάπου κοντά στο Ντόβερ του Ηνωμένου Βασιλείου φουντάραμε ράδα και από θαλάσσης με αγωγό, ξεφορτώσαμε μέρος του φορτίου. Από εκεί, το Ρόττερνταμ ήταν πολύ κοντά. Σε λίγες ώρες είχαμε φτάσει και δέσει στο μεγάλο λιμάνι της Ολλανδίας.
Η Ολλανδία ήταν μια χώρα που εκείνο τον καιρό ήταν στο επίκεντρο των ειδήσεων όλου του κόσμου, γιατί δοκίμαζε ένα πρωτοποριακό σύστημα σε σχέση με τη χρήση των ναρκωτικών. Η κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική που δέχθηκε πολλές κριτικές και που συζητήθηκε ευρέως. Είχαμε και εμείς διαβάσει στις εφημερίδες για το μέτρο αυτό, και στα στενά αυστηρά πλαίσια της Ελληνικής και Κυπριακής κουλτούρας, μας φάνηκε πολύ προχωρημένο και πρωτάκουστο.
Επειδή όμως στο μεγάλο λιμάνι του Ρότερνταμ που εκατομμύρια άνθρωποι και εμπορευματοκιβώτια από ολόκληρο τον κόσμο διακινούνται και που μεταπολεμικά έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, η Ολλανδία μια χώρα ανεκτική και ανοιχτή σε όλες τις ιδέες, εφάρμοσε  μια τολμηρή πολιτική για τα ναρκωτικά. Με τη σκέψη να καταπολεμηθεί η παρανομία που προέρχεται από το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών ουσιών, η κυβέρνηση επέτρεψε  την πώληση μικρών ποσοτήτων του χασίς στα περίφημα «καφενεία» του Ρότερνταμ και των άλλων Ολλανδικών πόλεων υπό αυστηρούς όρους. Η πολιτική αυτή οδήγησε στην αύξηση της εγκληματικότητας γύρω από αυτά τα καφενεία και ο δρόμος του Κάτε Ντράκ κατακλύστηκε από ναρκομανείς και ότι συνεπάγεται από αυτούς, αποκτώντας όνομα παγκόσμια ως κακόφημη συνοικία. Άνοιξαν μπαρς και καφετέριες που γέμιζαν με κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα ύποπτα κοντραπάζα έδιναν και έπαιρναν, ενώ οι μαστροποί από μια άκρη παρακολουθούσαν τις πόρνες τους και οι έμποροι τα τσιράκια τους, ενώ σε κάποιες άλλες μεριές μικρές ομάδες συναθροίζονταν ίσως εξυφαίνοντας μικρές ή μεγάλες παράνομες δουλειές ή και ληστείες.
Ήταν απόγευμα, τέλειωσε η βάρδια στη μηχανή και με τον κουμπάρο τον Αντωνέσκο, κατεβήκαμε τις ψηλές σκάλες του πλοίου και πήραμε τον δρόμο της πόλης του Ρότερνταμ που ήταν πέρα από το λιμάνι, με πρώτη έγνοια μας να βρούμε πουτάνες.
Ήταν εκείνη την ημέρα η πόλη έρημη από ανθρώπους, τα αυτοκίνητα στους δρόμους λίγα, και οι επιγραφές στα μαγαζιά γραμμένες στα Ελληνικά πολλές. Εστιατόρια, μπάρς, ρεμπετάδικα και άλλα καταστήματα. Ήταν όπως σχεδόν σε όλα τα λιμάνια, η Ελλάδα κατοικούσε παντού. Οι Έλληνες μετανάστες με την παρουσία τους να ξεχωρίζει, ήσαν ιδιοκτήτες πολλών καταστημάτων που ψώνιζαν οι ναυτικοί, αφου ο Ελληνικός εμπορικός στόλος ως ο μεγαλύτερος του κόσμου εκείνη την εποχή, κατέκλυζε όλα τα λιμάνια.
Ήταν η δεκαετία του ΄70 και πουθενά σχεδόν αλλού εκτός από την Αμερική και τη Γερμανία  ίσως, δεν είχε βιτρίνες που μέσα διαφήμιζαν ζωντανά τις πουτάνες. Ήταν αράδα στη γραμμή, έδειχναν τα κάλλη τους και καλούσαν τους περαστικούς να εισέρθουν εις τα  ενδότερα για απολαύσεις ιδιαίτερες. Έξω από τα μαγαζιά στέκονταν κράχτες που καλούσαν τους περαστούς και τους εξηγούσαν τα πονηρά τους εμπορευματα. Αλλά εμείς μαθημένοι από προηγούμενα λιμάνια, τους ακούγαμε, περπατούσαμε και ψάχναμε για κάτι να μας ενδιαφέρει.
Μπήκαμε σε ένα κινηματογράφο που έξω διαφήμιζε ταινίες πορνό και μέσα αντί για καθίσματα υπήρχαν ατομικές κερκίδες στρωμένες με σκληρό χαλί, όπου οι θεατές μπορούσαν να καθίσουν ή να ξαπλώσουν και να παρακολουθήσουν τις ακατάλληλες ταινίες. Είχε άριστη εξυπηρέτηση, είχε όμορφες κοπέλες να προσέχουν ώστε ο κάθε πελάτης να περνά καλά, είχε ακόμα και σωματώδεις άνδρες με σταυρωμένα τα χέρια να στέκονται διακριτικά σε σκοτεινές γωνιές και να παρακολουθούν. Ήταν οι μπράβοι που πρόσεχαν να είναι όλα στην τάξη χωρίς να γίνονται παρεκτροπές από το προκαθορισμένο παιχνίδι που ήταν ορισμένο να επιτρέπεται.
Μέσα στο μισοσκότεινο σινεμά με τις ταινίες πορνό να παίζουν, οι θεατές δεν έπρεπε να αγγίζουν τις ημίγυμνες κοπέλες. Μονο αυτές άγγιζαν όπου ήθελαν, είχαν μόνες τους την πρωτοβουλία. Έτσι παιζόταν το παιχνίδι, όλα εξαρτώνταν από τα πουρμπουάρ και τις αντοχές των θεατών.
Έτσι πέρασε η μέρα και ήρθε η βραδιά που μάς βρήκε να σουλατσάρουμε στο Κάτε Ντράκ την κακόφημη συνοικία με τα ξακουστά «καφενεία» και τους συνήθεις υπόπτους. Ήταν ένα πανηγύρι με πολύβουο κόσμο και χίπηδες με μεγάλες καμπάνες στα μπατζάκια ραμμένες όπως πρόσταζε η μόδα, να περπατούν νωχελικά πανω ή κάτω σκουπίζοντας τα πεζοδρόμια στο πέρασμα τους. Στο βάθος εκεί που τέλειωνε ο μεγάλος δρόμος του Κάτε Ντράκ, πανω από την πόρτα σε μια ταπέλλα έγραφε «Ελλάς Μπαρ». Μπήκαμε μέσα όπου μας δέχτηκαν με χαρά οι Έλληνες θαμώνες και ιδιοκτήτες και που με λαχτάρα μας ρωτούσαν τα νέα της πατρίδας.


Καλά περάσαμε μέσα εκεί, με κρύα ποτά, δυνατή μουσική και όμορφα κορίτσια να μας συντροφεύουν και να μας προσέχουν. Βγάλαμε την υπόλοιπη μας νύχτα ώσπου κόντεψε η ώρα της βάρδιας και έπρεπε να γυρίσουμε στο πλοίο. Ευχαριστημένοι πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Θα είχαμε να λέμε και να συζητούμε για μέρες πολλές τις εμπειρίες μας στο Κάτε Ντράκ, όταν στο ελεύθερο της βάρδιας μας στις μακριές βραδιές, καθισμένοι στο σκεπαστό της πρύμνης θα πλέαμε για μακρινά ταξίδια στα πελάγη, και στους Ωκεανούς.