Η ΠΟΡΝΗ

Ήμουν δεκαεννιά χρονών και έφυγα από τον τόπο μου,πήγα σε ξένα μέρη. Εγκατέλειψα τη χιλιοβασανισένη μικρή μου πατρίδα που ο θεός της έταξε από τα βάθη των αιώνων να έχει πάντα την ίδια ιστορία, σκλαβιά και κατατρεγμό. Έφυγα λίγους μήνες πριν το Χουντικό πραξικόπημα και την Τούρκικη εισβολή, γλυτώνοντας από τον εμφύλιο σπαραγμό και τη βία του Αττίλα. 
Ξεκίνησα για μια καλύτερη μοίρα, για μια δουλειά και για ένα κομμάτι ψωμί. Το ταξίδι μου με το πλοίο ΚΝΩΣΟΣ, ήταν ένα ήρεμο ταξίδι σε μια γαλήνια θάλασσα, αλλά με φουρτούνα στην καρδιά μου, καθώς πρώτη φορά έφευγα για άγνωστους τόπους και μέρη μακρινά που γνώριζα μόνο από γεωγραφικούς χάρτες.

Με μύριες σκέψεις βασανιστικές που έκαναν το μυαλό μου ανήσυχο, την πρώτη μέρα έστεκα όλη μέρα στη πρύμη παρακολουθώντας το νησί μου να μένει πίσω μακριά μου, να χάνεται και να σβήνει στην άκρη εκεί που έγερνε η θάλασσα σχηματίζοντας έναν άλλο ορίζοντα.
Νύχτωσε και ξημέρωσε, και η αυγή με βρήκε στο πλαϊνό του πλοίου, γερμένο στα ρέλια να παρακολουθώ τις μακρινές ακτές της Ρόδου που φάνηκαν στον ορίζοντα να ζυγώνουν, και σιγά να ξεχωρίζουν τα κάστρα της περίκλειστης πόλεως με τα εντυπωσιακά μεσαιωνικά τείχη που κατά τους αρχαίους καιρούς πριν το μεσαίωνα, αποτελούσαν την οχύρωση της.
Ήταν σπουδαία οχυρωματικά έργα της περιόδου των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου, και σπουδαία αξιοθέατα περίσσιας αίγλης και ομορφιάς στους σημερινούς καιρούς. Το πλοίο της γραμμής έδεσε στο μακρύ βραχίονα του λιμανιού, και τα μεγάφωνα από τη γέφυρα μας ενημέρωσαν πως είχαμε λίγες ώρες στη διάθεση μας για να περιδιαβουμε την πόλη της Ρόδου.
Η κεντρική πλατεία της πόλεως δίπλα στο λιμάνι ήταν κτισμένη κυριολεχτικά με αρχαία ή και ελάχιστα καινούργια κτίσματα που έδεναν μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα θαυμαστό θέαμα χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων. Μικροπωλητές με καροτσάκια, και μικρομαγαζάτορες τουριστικών ειδών, ταβερνάκια κτισμένα μέσα στα χοντρά τείχη της πόλεως, και στενά ανηφορικά δρομάκια και σκαλοπάτια που οδηγούσαν στις πολεμίστρες, ένα συνονθύλευμα όλα μαζί, έφτιαχναν τη ξεχωριστή και ξακουστή Ελληνική μεσαιωνική  τουριστική πόλη της Ρόδου.
Εκείνη η ημερομηνία θυμάμαι, ήταν περίπου η δωδεκάτη μέρα του μηνός Νοεμβρίου 1973.

Τη δεύτερη φορά που επισκέφθηκα τη Ρόδο το ημερολόγιο έδειχνε 19 του Νοέμβρη, μια εβδομάδα αργότερα από την πρώτη. Θυμάμαι καλά την ημερομηνία γιατι είχα κλείσει συμβόλαιο για ναμπαρκάρω με την εφοπλιστική εταιρεία Φραγκίστας στις 17 Νοέμβρη 1973, ημέρα των μεγάλων γεγονότων που αρχίνησε η αντίστροφη πτώση της Χουντικής κυβέρνησης στην Ελλάδα μετά την εξέγερση των φοιτητών και την κατάληψη του πολυτεχνείου. Εκείνη τη μέρα επέστρεψα από τον Πειραιά με το ηλεκτρικό τρένο, και βγαίνοντας από την υπόγεια στάση στην πλατεία Ομονοίας,  βρέθηκα ανάμεσα σε πλήθος διαδηλωτών που φώναζαν για ελευθερία, ενώ στρατιές αστυνομικών και στρατιωτών με τη συνοδεία τεθωρακισμένων αρμάτων, τους χτυπούσαν στο ψαχνό με πλαστικές σφαίρες και δακρυγόνα.
Την επόμενη εκείνης της μέρας αναχώρησα με λεωφορείο για την Ελευσίνα, όπου στο λιμάνι ένα φορτηγό πλοίο ξεφόρτωνε. Ήταν το πλοίο ‘‘San Denis” που κουβαλούσε ξυλεία από τα λιμάνια της Οδησσού και του Νοβοροσίσκ, με συνήθη προορισμό την Ελλάδα. Παρουσιάστηκα στον καπετάνιο ο οποίος με ναυτολόγησε ως πλήρωμα του πλοίου, και ακολούθως με παρέπεμψε να παρουσιαστώ στον πρώτο μηχανικό για να μου αναθέσει καθήκοντα.
Στο λιμάνι της Ελευσίνας παραμείναμε λίγες ώρες ακόμη όσο χρειάστηκε για να ξεφορτώσουμε, και αποπλεύσαμε για το Ναύπλιο και ακολούθως για τη Ρόδο, όπου και στους δυο προορισμούς, διανέμαμε φορτίο.
Φτάσαμε ενωρίς το βράδυ, και μόλις δέσαμε αμέσως οι γερανοί άρχισαν ξεφόρτωμα. Ήταν οκτώ η ώρα, και μόλις τέλειωσα τη βάρδια μου στη μηχανή που ήταν από τις τέσσερις ως τις οκτώ. Βγήκα στη κουβέρτα κα είδα το λιμάνι με την πόλη φαντασμαγορική από τα φώτα, με λάμπες νέον που έκαναν την νύχτα μέρα. Αντίκρυσα ξανά τα μεσαιωνικά τείχη με τους ψηλούς πύργους, και για δεύτερη φορά η αίγλη και το μυστήριο που ανάδιδαν εκ της όψεως τους, με ταξίδευσαν σε καιρούς παλαιούς και ιστορικούς.
Χρειαζόμασταν λίγες ώρες για το ξεφόρτωμα, και ακολούθως θα αναχωρούσαμε για άλλο κοντινό νησιωτικό λιμάνι του Αιγαίου. Ήξερα πως είχα στη διάθεση μου λίγες ώρες για να σεργιανήσω στην πόλη, αλλά καθώς δεν είχα χρήματα αφού ήταν η δεύτερη μου μέρα στο πλοίο, αποφάσισα περπατητός να την περιδιαβώ και να περιηγηθώ τη μεσαιωνική πόλη με τα αρχαία τείχη και τους πύργους που την περιέκλειαν.
Από την είσοδο του λιμανιού πέρασα την ψηλή πόρτα και εισηλθα εντός των τειχών, όπου αντίκρυσα το εσωτερικό της πόλεως που σχεδόν ολόκληρη ήταν πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά σε ίδια κατάσταση όπως τον καιρό που κτίστηκε πριν πολλούς αιώνες. Τουρίστες πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω, και εγώ ανάμεσα τους χάζευα τις βιτρινες στα καταστήματα τα βαρυφορτωμένα με σουβενίρ από κεραμικά τέλεια αντίτυπα αρχαίων Ελληνικών αμφορέων και άλλων αντικειμένων, καθώς και τουριστικών οδηγών και περιοδικών.
Στην άκρια μιας βιτρινας εκεί που τέλειωνε το κτίριο, μια γυναίκα εστεκε, και από μακριά την παρακολούθησα να σταματά κάποιους περαστικούς και κάτι να τους λέει, αλλά αυτοί έφευγαν μακριά της. Στάθηκα λίγο και κοίταζα, καθώς πρόσεξα πως απευθυνόταν σε περαστικούς μοναχικούς άνδρες. Υποψιάστηκα πως ήταν κάποια πόρνη εν ώρα επαγγέλματος.
Με είδε που την παρακολουθούσα, και με νωχελικό λικνιστό βήμα προχώρησε προς το μέρος μου. Με κάρφωσε στα μάτια με κάτι μάτια πανέμορφα και κατάμαυρα σχηματισμένα γύρω με μαύρο μολύβι σε σχήμα ψαριού, μεγάλα και μπιρμπιλωτά που πιο όμορφα δεν είχα αντικρύσει και με έκαναν να λαχταρίσω. Ήταν λυγερόκορμη με μικρό κορμί, αλλα μεγάλη στην ηλικία. Την λογάριασα κοντά στα πενήντα, καθώς είδα το πρόσωπο της σκαμμένο με ρυτίδες και πρόωρα γερασμένο. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν μικρότερη, αλλά το επάγγελμα της ήταν πολύ σκληρό για να μπορέσει να διατηρηθεί νέα και όμορφη. Τα ρούχα της δεν ήταν επιτηδευμένα, και εκτός από τα μάτια της με το έντονο σκιάδι, ήταν ατημέλητη, άβαφη κι αστόλιστη. Ποτέ μου δεν θα φανταζόμουν πως ήταν μια κοινή γυναίκα αν δεν έβλεπα την συμπεριφορά της. Έμοιαζε με μια καημένη γυναίκα συνηθισμένη και απλοϊκή που μέσα στο πλήθος περνάει απαρατήρητη, ώσπου κάποιος να πρόσεχε τα πανέμορφα μάτια της. Δυο όμορφα μάτια φεγγοβόλα, που ανέδιναν λάμψη και φως.
Σκέφτηκα πως δεν είχα χρήματα να την αγοράσω, εξ άλλου δεν με τραβούσε σαν γυναίκα. Είχε δυόμισι φορές τα χρόνια μου, και δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να έχω οποιοδήποτε Οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Εξ άλλου σε λίγες μέρες θα πιάναμε Ρωσία όπου οι γυναίκες εκεί, αγαπούσαν πολύ τους ναυτικούς και ήσαν άφθονες, εξ όσων κάποιος ναύτης μου είχε πει.
-Για σου παλικάρι, είσαι για παρέα;
μου είπε, με μια προφορά που έμοιαζε Κυπριακή.
Πιάσαμε ψιλή κουβέντα και της είπα πως ήμουν πρωτόμπαρκος και δεν είχα χρήματα. Πως ήρθα από την Κυπρο απένταρος, και στο πλοίο είχα μόλις μιάμιση μέρα. Αυτή όμως κοιτάζοντας με σταθερά κατάματα με τα ωραία της μάτια που σίγουρα ήξερε την ομορφιά τους και τη δύναμη τους, με έπεισε πως την ήθελα. Μου είπε πως ήταν Τουρκοκρητηκιά, και πως στον έρωτα ήταν δασκάλα. Μου είπε πως με γούσταρε πολύ, και πως με τραβούσε η όρεξη της.
Αν και καταλάβαινα πως με δούλευε για να με πείσει, εντούτοις μια στεναχώρια με κυρίεψε καθώς σκέφτηκα πως πράγματι την επιθυμούσα, και πως έτσι μεγάλη και επαγγελματίας θα με μάθαινε καλά τον έρωτα.
Ήμουν δεκανιά χρονών, και ήμουν άβγαλτος με τις γυναίκες. Όλη μου τη ζωή την έζησα στην ύπαιθρο σε μια κοινωνία που κάποιος για να κάνει σεξ, έπρεπε να αρραβωνιαστεί, ή να πάει στα λιγοστά πορνεία. Πράγματα και τα δυο απαγορευμένα για μένα καθώς ήμουν φτωχός και απένταρος. Έτσι την έβγαζα με τον εαυτό μου, αλλά κάθε φορά σκεφτόμουν πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η ηδονή και η ευχαρίστηση όταν θα έκανα έρωτα πραγματικό. Είχα πάντα μεγάλες προσδοκίες για την πρώτη φορά, γι αυτό τώρα που μου την έπεσε πρώτη φορά στη ζωή μια γυναίκα, έστω και πόρνη, στεναχωρεθηκα που δεν είχα χρήματα να την αγοράσω.

Είχε ένα γλυκό τρόπο συμπεριφοράς και μιλούσε με μια αθωότητα παιδική, που ενώ έλεγε λόγια για σεξ και ηδονή, για σαρκικό έρωτα και για απολαύσεις επί πληρωμή, εντούτοις δεν έμοιαζε με τις εταίρες εκείνες τις συνηθισμένες των πεζοδρομίων και των κόκκινων φαναριών με το σκληρό ύφος και τη χυδαία εμφάνιση και συμπεριφορά. Έδειχνε μια ευγενική μορφή με θλιμμένο πρόσωπο που κοιτάζοντας με κατάματα με τα θεόρατα της μάτια, με έκανε να σκέφτομαι πως έμοιαζε ίδια με άγια γυναίκα.
Της είπα ότι δεν έμοιαζε πουτάνα, και αντίκρισα στο πρόσωπο της μια ικανοποίηση. Δεν μου απάντησε, παρά μόνο συνέχισε να με ψαρεύει. Μου είπε πως μπορούσα να δανειστώ χρήματα από συναδέλφους μου, πως μπορούσα να ζητήσω έναντι από τον καπετάνιο, πως ακόμα μπορούσα να την πληρώσω σε είδος. Σκέφτηκα πως ήταν πλήρως καταρτισμένη για τους ναυτικούς, πως ήξερε πολλά γι αυτούς και τον τρόπο διαβίωσης τους. Ήταν φυσικό όμως αυτό, κατέληξα με τη σκέψη μου, αν το επάγγελμα της το εξασκούσε στο λιμάνι, σίγουρα έμαθε πολλά από τους ναυτικούς.  
Κουβέντα στη κουβέντα, με έπεισε και συμφωνήσαμε αντί πληρωμής, να της δώσω δυο κούτες τσιγάρα μάρκας ΚΕΝΤ. Ήταν ακριβά τσιγάρα πολυτελείας της εποχής με ελαφρύ χαρμάνι, που τα προτιμούσαν οι αριστοκράτισσες γυναίκες ή όσες ήθελαν να τις παριστάνουν.

Καθώς μου έδωσε να καταλάβω πως όλα τα ήξερε, τη ρώτησα αν μπορούσα να την πάρω πάνω στο πλοίο, στην καμπίνα μου. Μου απάντησε πως βεβαίως μπορούσα, η Ρόδος ήταν free transit νησί.
Η καμπίνα μου ήταν στο δεύτερο deck του καταστρώματος δίπλα από τη τσιμινιέρα. Ήταν ευρύχωρη και άνετη. Είχε στις δυο μεριές από ένα φινιστρίνι, αλλά τα είχα πάντα κλειστά γιατί από το φουγάρο πολλές φορές έπεφτε καπνιά και σταχτιά. Δούλευα στη μηχανή στα έγκατα του πλοίου, και αναπαυόμουν στο ψηλότερο του σημείο, ελάχιστα χαμηλώτερα από το πιλοτήριο της γέφυρας. Οι υπόλοιπες καμπίνες του πληρώματος ήταν στο εσωτερικό του πλοίου. Για να πάω στη δική μου, έβγαινα στην κουβέρτα και ανέβαινα μια σιδερένια σκάλα που ήταν στην άκρη της κουβέρτας. Όταν είχε τρικυμία τα κύματα την έλουζαν, και όταν είχε μπότζι χρειαζόταν πολλή προσοχή να την ανέβει κάποιος. Ήταν επικίνδυνη, και όταν έβρεχε και όταν η θάλασσα ήταν ταραγμένη, δεν μπορούσα να πάω να κοιμηθώ εκεί, παρά περίμενα να κοπάσει η βροχή και η θάλασσα. Ήταν λοιπόν γι αυτούς τους λόγους που έδωσαν σε μένα ένα πρωτόμπαρκο, μια τόσο ευρύχωρη καμπίνα και όχι σε κάποιον παλιό ή κάποιον αξιωματικό.
Ανεβήκαμε στο κατάστρωμα και οδήγησα την Τουρκάλα στη καμπίνα μου. Περάσαμε από τη μια μεριά του πλοίου στην άλλη χωρίς να συναπαντήσουμε κάποιον του πληρώματος, και μέσα στο μισοσκόταδο τη βοήθησα ν ανεβεί τη σκάλα. Μπήκαμε μέσα, και χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να γδύνεται.
Έβγαλε τα παπούτσια, το φουστάνι, έμεινε με το μεσοφόρι. Ήταν διάφανο και φαίνονταν τα εσώρουχα της μεταξωτά, λεπτά και όμορφα. Έσκυψε να βγάλει τις νάιλον κάλτσες που ανέβαιναν ψηλά πάνω στους μηρούς της, και με κοίταξε ενθαρρυντικά, καθώς αμήχανος εστεκα ακίνητος και την παρακολουθούσα. Σηκώθηκε και με πλησίασε. Σταθηκε μπροστά μου και αγγίζοντας ελαφριά το κορμί μου με το κορμί της, άρχισε να μου ξεκουμπώνει το πουκάμισο αργά και νωχελικά.
Όταν κατάλαβε την αναστάτωση μου από το άγγιγμα της, με ναζιάρικο τρόπο μου ζήτησε να της δώσω τα τσιγάρα που συμφωνήσαμε.
Πολύ μου κακοφάνηκε η συμπεριφορά της, και ένιωσα τη λίμπιντο μου να πέφτει καθώς πλήγωσε τον αντρικό εγωισμό μου, αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι δεν ήρθε μαζί μου επειδή με αγάπησε ή με γουστάρισε, αλλά γιατι ήταν πουτάνα επί πληρωμή, γιατί είχαμε συμφωνήσει να την πληρώσω με δυο κούτες τσιγάρα μάρκας ΚΕΝΤ.
Άνοιξα το συρτάρι στην κουκέτα μου, και της έδωσα τις δυο κουτες. Τις πήρε και γυρνώντας από την άλλη, τις έβαλε σε μια άκρη. Άπλωσε ύστερα τα δυο της χέρια, και πιάνοντας το μεσοφόρι της σταυρωτά, το τράβηξε και το έβγαλε. Έμεινε ημίγυμνη με τα εσώρουχα της.

Ήταν μια γλυκιά πρωτόγνωρη εμπειρία η πρώτη μου φορά, μια ευχάριστη σεξουαλική πράξη που τελείωσε με επιτυχία, και όχι με προβλήματα όπως συνήθως ένεκα φοβίας συμβαίνει στους περισσότερους αρσενικούς στην πρώτη τους φορά κατά πως λέγουν οι σεξολόγοι επιστήμονες.
Γύραμε ανάσκελα και κοίταξα το χαμηλό ταβάνι της καμπίνας, με ένα αίσθημα ευφορίας  να με διακατέχει. Ήταν καλή δασκάλα, και με τον γλυκό της τρόπο, δεν μου άφησε περιθώρια να σκεφτώ φοβικά ή αρνητικά σ αυτό το λεπτό ζήτημα της πρώτης μου φοράς. Ευχαριστημένος, τη ρώτησα αν ήθελε τσιγάρο. Αυτή μου έγνεψε καταφατικά, και εγώ γυρνώντας στο πλάι άπλωσα το χέρι μου στο κομοδίνο να πάρω το πακέτο. Με το γύρισμα μου στο πλευρό, μου φάνηκε πως το βλέμμα μου πήρε μια κίνηση από το φινιστρίνι, μέσα στο μισοσκόταδο της νύχτας που απλωνόταν έξω.
Αλαφιασμένος και αναστατωμένος, σκέφτηκα πως μας πιάσανε επ αυτοφώρω. Στα γρήγορα έβαλα το παντελόνι, και στα γρήγορα άνοιξα την πόρτα για να πιάσω στα πράσα τους ανάγωγους που κρυφοκοίταζαν από ξένα παραθύρια.
Ανοίγοντας την πόρτα δεν το έβαλαν στα πόδια οι ένοχοι ματάκιδες, παρά εν χωρώ άρχισαν να με ζητωκραυγάζουν. Σαστισμένος άκουγα τα πειράγματα τους και τα συγχαρητήρια τους για το ωραίο θέαμα που τους πρόσφερα. Κοίταξα ανήσυχα μέσα στην καμπίνα μου για να δω αν ενοχλήθηκε η σύντροφος μου, και είδα την γυναίκα με ένα τσιγάρο στο στόμα να κάθεται στο κρεβάτι με το σεντόνι να της μισοσκεπάζει τα πόδια και τη λεκάνη, ενώ τα στήθη της κρέμμονταν χαλαρά καθώς ήταν προς τα κάτω, χωρίς τσίπα ντροπής να υπάρχει στο πρόσωπο της.
Πιέζοντας τη ντροπή μέσα μου, έκανα και εγώ ότι και οι άλλοι, με μια στωική φιλοσοφία άφησα να παρασυρθώ στην ίδια χυδαία συμπεριφορά με τη δική τους. Ήταν μαζεμένοι σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι μου, δηλαδή όλοι κι όλοι  λιγότεροι από δέκα, αφού το πλοίο ήταν μικρό, το ίδιο μικρό ήταν και το πλήρωμα.

Όλη την ιστορία μετά που πέρασαν πολλά χρόνια όταν την θυμάμαι, σκέφτομαι μέσα μου πόσο τυχερή ήταν εκείνη τη βραδιά η φτωχή γριά πουτάνα με τα μεγάλα και ωραία μαύρα μάτια. Εκείνη τη φορά έκανε βίζιτες στη σειρά με όλο το πλήρωμα, αφού μετά το ωραίο θέαμα όλοι ήθελαν να κάνουν μια σεξουαλική πράξη μαζί της, πληρώνοντας φυσικά το αντίτιμο.