ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΠΑΡΚΟΙ








Η ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Οι Νηρηίδες ήταν θεϊκές μορφές εγγονές του Ωκεανού που ζούσαν στο βυθό της θάλασσας έχοντας μια δύναμη όποτε ήθελαν να την αγριεύουν αλλά και να την ημερεύουν. Μπορούσαν να μεταμορφώνονται και να γίνονται θυμωμένα θεριά και να αναταράσσουν τα άπλετα νερά της, μπορούσαν όμως και να γίνονται ωραιότατες νύμφες και γοργόνες που αφήνονταν να πλέουν στα γαληνεμένα ύδατα τραγουδώντας σαν τις σειρήνες του Οδυσσεα. Ήταν ανεράδες που στις παραδόσεις των Ελλήνων υπάρχουν μέχρι και σήμερα με παραφθορά του ονόματος ως νύμφες Νεράιδες.

Περιχαρείς λοιπόν, για τη θεϊκότητα, την αθανασία και την ομορφιά που ως χάρισμα είχαν, περνούσαν το καιρό τους άλλοτε αγριεύοντας την, άλλοτε ημερεύοντας την και άλλοτε χορεύοντας και κολυμπώντας παρέα με δελφίνια. Έπλεαν παράλληλα ή και ακολουθώντας τα πλοία που μοναχικά μέσα στις μεγάλες θάλασσες ταξίδευαν για μέρες πολλές, συντρόφευαν έτσι με την παρουσία τους όσους μοναξιασμένους ναυτικούς ταξίδευαν νοσταλγώντας τους άλλους ανθρώπους πέρα στη στεριά.
Πολλές φορές στα γαλανά νερά της Μεσογείου μας συντρόφεψαν. Πολλές φορές νιώσαμε την αόρατη παρουσία τους παρέα με δελφίνια που μας ακολουθούσαν. Αναπηδώντας στον αέρα και τραγουδώντας με φωνές χαρούμενες σαν μικρά παιδιά σε παιδική χαρά, μετέδιδαν τη χαρούμενη διάθεση τους και σε μας όταν η αποθυμιά μας κυρίευε και οι στεναχώριες μας έθλιβαν.
Άλλοτε πάλι όμως όταν είχαν τις κακίες τους, μας παίδευαν και μας ταλαιπωρούσαν. Σε ένα ταξίδι μας από την Οδησσό που γι αυτό σήμερα γράφω, πρεπει να ήταν πολύ θυμωμένες γιατι πολύ αγρίεψαν και πολύ φουρτούνιασαν τη θάλασσα μετατρέποντας το μικρό μας πλοίο ίδιο καρυδότσουφλο, που κάθε όταν ανέβαινε στη κορφή των κυμάτων έγερνε έτοιμο να καταποντιστεί στα βαθιά και σκοτεινά νερά της Μαύρης θάλασσας. Τα κύματα ατελείωτα και δυσθεώρητα όμοια με ψηλά βουνά, μας χτυπούσαν ανελέητα. Ο κίνδυνος να βυθιστούμε ήταν μεγάλος, και ανησυχία φώλιαζε στις καρδιές μας και μαύρες σκέψεις μας κατέθλιβαν. Όμως τρικυμίες μεγάλες είχαμε πολλές φορές συναντήσει και παλιώσει μαζί τους εμείς οι ναυτικοί, γι αυτό με υπομονή και καρτερία και αυτή τη φορά, με πίστη στο Θεό και ελπίδα στη σκέψη αντέχαμε το φόβο που τον είχαμε πλέον κάνει βίωμα και σύντροφο μας.

Η Μαύρη Θάλασσα αντιπροσώπευε το σταυροδρόμι του αρχαίου κόσμου, και αυτό φαίνεται από πρόσφατες καταδύσεις οι οποίες απεκάλυψαν πολλά ναυάγια αρχαίων Ελληνικών κυρίως πλοίων σε μια περιοχή που συνδέεται με τα χρόνια δόξας της αρχαίας Ελλάδας.
Τα περισσότερα ναυάγια γενικά σε τούτη τα νερά, οφείλονται μόνο στην βιαιότητα των υπόγειων ρευμάτων και των μεγάλων κυμάτων που με μεγάλη ευκολία βουλιάζουν τα πλοία.
Η Μαύρη θάλασσα στο όνομα και στο χρώμα είναι πολύ επικίνδυνη και οι περισσότεροι που ναυάγησαν δεν ξαναβρέθηκαν, γιατι λένε πως οι νηρηίδες τους παίρνουν στα απύθμενα σκοτεινά βάθη που ζουν για να τους έχουν συντροφιά. Και όταν τους βαριούνται υσηχάζουν τη θάλασσα και βγαίνουν στην επιφάνεια για να κολυμπήσουν και να παιχνιδίσουν μαζί με τα δελφίνια. Και στο παιχνίδι τους δημιουργούν αφρούς που σκεπάζουν τη θάλασσα, και είναι οι μόνες φορές που φωτίζεται το σκοτεινό της χρώμα και από μαύρη γίνεται ασπρόμαυρη.
Το μπότσι ήταν δυνατό και εγώ κάτω στο μηχανοστάσιο με τα πόδια ανοιχτά ξέπλενα με πετρέλαιο τους δίσκους του ντελαβαλ από τα καμένα λάδια. Είχα τα πόδια ανοιχτά για να ισορροπώ, και τη ράχη δυνατά ακουμπισμένη στο φίλτρο του λαδιού για να έχω κόντρα στο μποτσάρισμα. Όμως δύσκολα τα κατάφερνα, και ο τρίτος από την άλλη άκρη με παρακολουθούσε χαμογελαστός. Ήταν παλιά καραβάνα και άντεχε τις φουρτούνες. Ήταν μαθημένος και σκληραγωγημένος. Καταγόταν από το Σουφλί μια μικρή πολιτεία του Έβρου φημισμένη για τα μετάξια της. Ονομάζετουν Θόδωρας Δαουτίδης και σήμερα ενώ πέρασαν  δεκαετίες, το όνομα του μου έμεινε χαραγμένο αξέχαστο στο νου, γιατι πραγματικά ήταν ένας καλός άνθρωπος, ο μόνος που μου συμπαραστάθηκε, με βοήθησε, με συμβούλευσε και με δίδαξε τις πρώτες γνώσεις περί μηχανικής των πλοίων. Ίσως γιατί καταγόταν από ακριτική περιοχή και γνώριζε τον πόνο της απομόνωσης και επειδή και η Κύπρος ήταν νησί απομακρυσμένο από τον υπόλοιπο Ελληνισμό, ίσως αυτό να του μετέδωσε κάποιο αίσθημα αλληλεγγύης προς εμένα ως Κύπριος. Ίσως όμως απλά να έπιανε εύκολα φιλίες, και καθώς βγάζαμε την ίδια βάρδια αυτός ως τρίτος και εγώ ως δόκιμος, να ήταν αιτία μόνο αυτός ο λόγος. Μου είπε για τα δύσκολα και πως να τα αντιπαρέρχομαι, μου ορμήνεψε για τους καλούς και τους κακούς εκ του πληρώματος, και πως με εγκράτεια και πονηρία να τους διαχειρίζομαι.

ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ
Εκείνο τον καιρό στην Ελλάδα ήταν δικτατορία και ο καθένας που ήταν υποστηριχτής του καθεστώτος συμπεριφερόταν φασιστικά, ενώ όποιος ήταν αντίθετος ή κομμουνιστής, συμπεριφερόταν επαναστατικά. Οι γειτονιές και τα στενά του Πειραιά ήταν γεμάτα παράνομους μετανάστες και το έγκλημα ανθούσε σε μεγάλο βαθμό. Ενώ η χούντα με σκληρότητα εναντίον του λαού αγωνιζόταν υπέρ των Ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, υπόγεια και αφανέρωτα οι ίδιοι φασίστες και οι υποστηριχτές τους χωρίς να είναι υπόλογοι σε νόμους, κυριαρχούσαν επί των φατριών των κλεπτών και των παρανόμων.
Η ανομία λοιπόν στη στεριά κυριαρχούσε σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο και στα καράβια, αλλά σε χειρότερο βαθμό. Οι ναυτικοί δεν είχαν αγάπη και σεβασμό πραγματικό ο ένας στον άλλο, παρά η υποκρισία ήταν συνήθηςσυμπεριφορά τους. Πίσω από από κλειστές πόρτες τα λόγια ήταν βαριά και υποσκαπτικά, και με παραφρασμένες κουβέντες προσπαθούσαν να δημιουργούν προβλήματα και ίντριγκες. Και ανάμεσα τους οι χαφιέδες. Είχαν συνήθειο οι καπετάνιοι και οι δεύτεροι, να έχουν εναν δικό τους άνθρωπο που τους ενημέρωνε για το καθετί και για τον καθένα, που με φιλικές διαθέσεις τάχατες πλησίαζαν τους συναδέλφους τους στην προσπάθεια τους να εκμαιεύσουν πληροφορίες.
Ο νους μου δύσκολα χωρούσε αυτή την κατάσταση και αναρωτιόμουν γιατί να μην συμβαίνει το αντίθετο και τοιουτοτρόπως όλοι αγαπημένοι να διαβιούν ευκολότερα τις δυσκολίες των αμέτρητων ημερών της μεγάλης τους μοναξιάς και της σκληρής θαλασσινής εργασίας εν μέσω των αντίξοων καιρικών συνθηκών που συνήθως αντιμετώπιζαν. Έφερνα στο νου μου για σύγκριση άλλους χώρους αναγκαστικής συγκέντρωσης ανθρώπων, και έβρισκα πως το ίδιο συμβαίνει. Στο στρατό, στις φυλακές, στα καράβια, σε τόπους όπου άνθρωποι ξένοι χωρίς από πριν κάτι να τους συνδέει όπως συγγένεια ή φιλία, πάντα υπάρχουν κακές συμπεριφορές. Η κακία είναι ενδόμυχη στις φλέβες των περισσοτέρων, και αυθόρμητα βγαίνει προς τους άλλους. Είναι δηλαδή στο χαρακτήρα και στη φύση των ανθρώπων που αν αφεθούν χωρίς έλεγχο από αρχές και νόμους στη δίνη του υποσυνείδητου ζωώδους ενστίκτου τους, χωρίς λόγο ή αφορμή, διαχέουν τη κακία τους και προκαλούν τη καταστροφή.
Ίδια τα ανθρώπινα ένστικτα με του ζώου λοιπόν, που το καθοδηγούν στην ανεύρεση της τροφής και της αναπαραγωγής, με μόνη διαφορά να τους ξεχωρίζει η βάσανος της λογικής. 
Αυτά τα ζωώδη ένστικτα οδηγούσαν ορισμένους κακούς ναυτικούς κάποτε σε χυδαίες συμπεριφορές και επέσχηντες πράξεις. Για να ικανοποιήσουν την υποσυνείδητη κακία τους αλλά και τη σεξουαλική τους ανώμαλη επιθυμία, κολλούσαν στους νεαρούς του πληρώματος και ιδιαίτερα στους πρωτόμπαρκους. Όπως και στο στρατό το κόλλημα από τους παλιούς στους νέους που τους ονόμαζαν «ψάρια», το ίδιο συνέβαινε και στα πλοία, αλλά σε υπέρμετρο βαθμό τόσο, που οι περισσότεροι νέοι δεν άντεχαν και εγκατέλειπαν το επάγγελμα του ναυτικού. Είναι χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης η λέξη «ψάρια», με την οποία χαρακτήριζαν τους νέους στρατιώτες, θέλοντας να τους παρομοιάσουν με τους πρωτόμπαρκους που έως να παλιώσουν έμοιαζαν ψάρια έξω από τη θάλασσα καθώς ήταν πολύ δύσκολη η ομαλή επιβίωση τους.
Κάποιοι εκ των παλαιοτέρων ναυτικών του πληρώματος, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και αναστολές, με θρασύτητα και χυδαιότητα, κολλούσαν πιεστικά στους νέους, ειδικά όταν ήσαν εύμορφοι και ευπαρουσίαστοι. Μερικοί υπέκυπταν στις ορέξεις τους από φόβο, ή και για να έχουν την προστασία τους, ενώ όσοι άντεχαν και δεν ενέδιδαν, το πετύχαιναν με σκληρό τρόπο πολεμώντας παντοιοτρόπως και υπερνικόντας την αφόρητη πίεση τους εξασκούσαν. Όσοι δεν άντεχαν ούτε το σκληρό τρόπο, στο επόμενο λιμάνι εγκατέλειπαν το πλοίο φεύγοντας αγαναχτισμένοι και αηδιασμένοι με τη ζωή πάνω στα καράβια.
Αυτή η σκληρή διαβίωση των πρωτόμπαρκων με ανθρώπους στερημένους της συναναστροφής με το αντίθετο φύλο αφού πολλές φορές τα ταξίδια διαρκούσαν πολλές μέρες, τους έκανε ευάλωτους στις σεξουαλικές τους ορέξεις καθώς η στέρηση τους οδηγούσε στην αναζήτηση ομόφυλων σχέσεων. Πολλές φορές ακόμη, ορισμένοι που είχαν τη διαστροφή μέσα τους, όταν είχαν τη δυνατότητα προέβαιναν σε άνομες και αποτρόπαιες πράξεις που προκαλούσαν στα θύματα τους αφόρητη δυστυχία καταστρέφοντας τον ψυχισμό και την προσωπικότητα τους.
Αυτές οι καταστάσεις μαζί και η επικινδυνότητα του επαγγέλματος, ανάγκασαν πολλούς να εγκαταλείψουν τη θάλασσα. Και ένεκα όλων αυτών των πανταχόθεν κινδύνων, υπάρχει από αρχαιοτάτων χρόνων η λαϊκή ρήση πως όποιος ναυτικός καταφέρει να την αντέξει έως τρία χρόνια,μετα του γίνεται βίμα, μάν μοία κι΄αγαπητικιά.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΠΑΡΚΟΙ
Ήμουν πρωτόμπαρκος και οι παλιοί με θεωρούσαν ψαρωμένο και στραβάδι. Όπως συνήθιζαν με όλους τους πρωτάρηδες στη προσπάθεια τους να επιβάλουν την ανωτερότητα τους ως παλιότεροι που είχαν ένα τέτοιο άγραφο δικαίωμα, με αντίκριζαν σαν σούφιο στο πάτωμα, σαν στεριανό φτερό ανήμπορο στον άνεμο της θάλασσας. Με αρνητική διάθεση και εχθρότητα παρίσταναν τους νταήδες και συμπεριφέρονταν με τσαμπουκά και μαγγιλίκι. Ήταν ένας άγραφος νόμος των ναυτικών, πως έπρεπε οι καινούργιοι να περάσουν τη βάσανο του καψονιού της αγγαρείας και της διαπόμπευσης, και άλλα μύρια κύματα για να αποχτήσουν το δικαίωμα της ισοτιμίας με τους παλιούς. Όσοι αντιστέκονταν τιμωρούνταν χωρίς οίκτο με ψυχολογική πίεση και άλλους σκληρούς τρόπους έως να υποκύψουν.
Ήταν μια κατάσταση στην οποία εάν υπέκυπτα γνώριζα τα επακόλουθα της, καθώς παρόμοιες περιπτώσεις είδα να συμβαίνουν σε συναδέλφους μου στο στρατό απ όπου είχα απολυθεί προσφάτως.
Ήταν μια κατάσταση που δεν θα μπορούσα να ανεχτώ, και ήμουν αποφασισμένος να την αντιμετωπίσω δυναμικά έως εσχάτων. Ήξερα τις αντιστάσεις και τις αντοχές μου, αλλά περισσότερο το πείσμα μου σε ότι δεν επιθυμούσα. Από πολύ νεαρής ηλικίας ήμουν υπερήφανος και δεν ανεχόμουν τις προσβολές. Αυτού του είδους άτομα συνήθως κομπλεξικά που έτειναν να ειρωνεύονται ή να επιβάλλονται με αθέμιτους τρόπους σε μια ενσυνείδητη προσπάθεια τους να επιδειχτούν ή να δείξουν ανώτεροι, τους αντιγύριζα τη συμπεριφορά ίδια και χειροτέρα. Τους έκανα να εννοούν τη ανυποχώρητη θέληση μου και τη βίαιη αντίδραση της αντίστασης μου στην τυχών επιμονή τους ως καταλιχτική δική μου απάντηση.
Παρομοίως σ’ αυτή την περίπτωση έπραξα, και τοιουτοτρόπως τους απέτρεψα ως μονάδες να επιχειρήσουν οτιδήποτε εναντίον μου.
Μερικοί όμως, όπως ορισμένα ανθρωπάκια όταν ομαδοποιούνται και συνασπίζονται παίρνουν θάρρος, στη τραπεζαρία την ώρα του φαγητού και στη καφετερία την ώρα των διαλειμμάτων, οι σπόντες και οι ειρωνείες έφταναν στο φόρτε τους. Καταλάβαινα πως τελικά περισσότεροι του ενός θα συντάσσονταν εναντίον μου ίσως με τη χρήση βίας, καθώς έβλεπαν πως ήμουν ανυποχώρητος και πως δεν μπορούσαν να με λυγίσουν διαφορετικά.
Έως ότου συμμαχήσουν και οργανωθούν κάποιοι εναντίον μου, κέρδισα λίγο καιρό ώστε να καταστρώσω τα δικά μου σχέδια πως να αντιμετωπίσω αυτή την κατάσταση που έχριζε βίας πριν τα γεγονότα με προλάβουν και εξελιχθούν χειρότερα…

Ανάμεσα στο πλήρωμα ήταν ένας ναύτης ψηλός ξανθός που έδιδε την εντύπωση σποράς εκ της Γερμανικής κατοχής, ο ίδιος όμως ισχυριζόταν πως ήταν Πόντιος πρόσφυγας. Ήταν φωνακλάς και ξινός. Το δέρμα του άσπρο σαν γυναίκας και τα μαλλιά του σχεδόν άσπρα, με ένα λεπτό και λιγοστό μουστάκι, είχε μια αντιπαθητική όξινη φάτσα. Το κορμί του χοντροκόκκαλο, μονοκόμματο και τεράστιο, τον έκαναν να δείχνει ίδιος οδοστρωτήρας. Ναι, σίγουρα ήταν ένας δυνατός άνθρωπος που γνώριζε τη δύναμη του και την χρησιμοποιούσε για να επιβάλλεται με αυτήν. Ενώ οι καμπίνες του πληρώματος ήσαν όλες στο πρυμναίο ντεκ, αυτός έμενε στο μεσαίο ψηλό της γέφυρας όπου εκεί διέμεναν μόνο οι αξιωματικοί της κουβέρτας. Φανερά δήλωνε πως ήταν το πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου, και ολοφάνερη ήταν η αλαζονεία του. Ήταν απλός ναύτης, αλλά διέδιδε πως σύντομα θα προαγόταν σε ανθυποπλοίαρχο. Ήταν μοναχικός αφού όλοι τον απέφευγαν ένεκα του κακού ποιού του. Εργαζόταν σκληρά από μόνος του, χωρίς ο δεύτερος και ο λοστρόμος να τον διατάσσουν. Απέναντι του η συμπεριφορά τους έδειχνε χαλαρή και ήταν ολοφάνερο πως δεν ήθελαν να έρθουν κόντρα μαζί του.
Δεν ήθελαν λοιπόν να έρθουν σε αντιπαράθεση με τον ρουφιάνο του καπετάνιου, οι οποίοι ρουφιανοι δεν έχουν μπέσα ως κακοήθη ανθρωπάκια που αρέσκονται να καρφώνουν τους συνανθρώπους τους στις αρχές και οι οποίες τους έχουν καλά γιατι τους χρειάζονται, γιατι από αυτή τους τη δράση επωφελούνται και διευκολύνονται στην άσκηση της εξουσίας τους.
Η ψυχολογία των ρουφιάνων συναρτάται ως απόρροια των καταπιεσμένων επιθυμιών τους οι οποίες έχουν μετατοπιστεί στο υποσυνείδητο τους εκ της μικροψυχίας τους. Έχοντας αποθυμένα οδηγούνται στην τακτική της ρουφιανιάς για να ξεφύγουν από τη μιζέρια της περιθωριοποίησης τους, και με την οποία αισθάνονται ανώτεροι από τη μίζερη λειψή τους προσωπικότητα και νιώθουν μια ικανοποίηση που αργά τους οδηγά στο ρουφιάνεμα από αδικαιολόγητη εκδίκηση κατά παντός διπλανού τους.
Αυτός κατά τη γνώμη μου ήταν ο ψηλός ναύτης, ένας τιποτένιος καταδότης που όλο το πλήρωμα τον αντιπαθούσε, αλλά από το φόβο των Ιουδαίων, όλοι με προσποίηση καλόπιαναν. Ήταν μια φανερή κατάσταση που ο ίδιος καταλάβαινε και απολάμβανε από τη θέση ισχύος που κατείχε ως πληροφοριοδότης του καπετάνιου.
Με αυτόν θα είχα την κορυφαία μου σύγκρουση ως πρωτόμπαρκος αλλά και για άλλους λόγους που εν τω μεταξύ επεσυνέβησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου καιρού της διαβίωσης μου σε τούτο το πλοίο.


ΤΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΦΟΡΤΙΟ
Σκυφτός με προσοχή να μην παρασυρθώ από το δυνατό μποτσι, έτριβα τους λεπτούς δίσκους του ντελαβάλ με στουπί για να καθαρίσουν. Ο βρυχηθμός της μηχανής ντίζελ άλλαζε, μια δυνάμωνε και μια μούγγωνε, ανάλογα με το σκαμπανέβασμα του πλοίου καθώς τα κύματα σήκωναν την πρύμνη έξω από τα νερά και η προπέλα γύριζε χωρίς αντίσταση, και ύστερα τανα πάλαι στα βαθιά. Ο τρίτος σε έτοιμη κατάσταση standby είχε το νου του μετα μεγάλης προσοχής σε όποια διαταγή από τη γέφυρα, καθώς ήταν απαραίτητος ο κατάλληλος χειρισμός της μηχανής και η κατάλληλη ρότα στα θεόρατα κύματα και τα δυνατά ρεύματα που μπορούσαν να κρατήσουν το πλοίο να μην βουλιάξει. Ήταν μεγάλη η θαλασσοταραχή και η ετοιμότητα του πληρώματος στη γέφυρα και στη μηχανή επίσης το ίδιο. Κάθε λιγάκι ο πρώτος μηχανικός κατέβαινε στη μηχανή για να ενημερωθεί αν όλα πήγαιναν καλά. Ήταν πολλά χρόνια στα καράβια και πολύ έμπειρος, γι αυτό καταλαβαίνοντας πόσο επικίνδυνη ήταν αυτή η τρικυμία, με ανησυχια έβγαζε και αυτός βάρδια μαζί μας. Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω τις σκάλες και η αγωνία του έσκιαζε το πρόσωπο. Τα κύματα ήταν μεγάλα περισσότερο από δώδεκα μέτρα και τα ρεύματα πολύ ισχυρά. Το πλοίο έγερνε επικίνδυνα και το φορτίο από ξυλεία που μεταφέραμε πολύ μεγαλύτερο από συνήθως. Αφού είχαν γεμίσει τα αμπάρια, πάνω από αυτά τοποθέτησαν μεγάλους σωρούς που έφταναν στο ύψους της τσιμινιέρας. Οι ναύτες τα έδεσαν σφικτά για να μην φύγουν στη θάλασσα αν μας έπιανε τρικυμία, αλλά με αυτό το επιπρόσθετο ύψος που προστέθηκε στο κατάστρωμα, το κέντρο βάρος του πλοίου άλλαξε, και πολύ ευκολότερα θα μπορούσε να βουλιάξει καθώς τα κύματα το έγερναν στο πλάι ίσα φιλώντας τη θάλασσα.
Ο καπετάνιος δυστηχώς ρισκάροντας την ασφάλεια του πλοίου κατόπιν διαταγής της εφοπλιστικής ιδιοκτήτριας εταιρείας, υπερφόρτωσε το πλοίο με την ελπιδα πως δεν θα συναντούσαμε μεγάλη τρικυμία. Παίζοντας σε ρουλέτα την ασφάλεια των ναυτικών για περισσότερο κέρδος, τοποθέτησαν παράνομα σε ύψους πολύ μεγαλύτερο φορτίο ώστε η εταιρεία να κερδίσει περισσότερα και ο καπετάνιος ίσως κάποιο μπόνους ή και περισσότερη εύνοια από τους εργοδότες του.
Αναβρασμός και δυσαρέσκεια δημιουργήθηκε στο πλήρωμα με το υπέρβαρο και ψηλό φορτίο από της αρχής, αφού συχνά τρικύμιαζε η Μαύρη θάλασσα και εύκολα μπορούσε να μας βουλιάξει. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι, γιατι η πειθαρχία στα πλοία είναι απόλυτη και οι διαταγές του καπετάνιου νόμος.   
Αποπλεύσαμε από το λιμάνι της Οδησσού με τη θάλασσα ήσυχη και με ελπίδα πως ίδια θα παρέμενε ώστε νά μην κινδυνεύσουμε. Το δρομολόγιο ήταν μικρό, το πολύ σε πέντε μέρες θα φτάναμε στον προορισμό μας, στην Πρέβεζα της Ελλάδας.
Όμως οι Νηρηίδες της θάλασσας είχαν άλλα σχέδια. Ίσως βαριεστημένες από την απραξία και την υσηχια της θάλασσας, στα καλά καθούμενα άνοιξαν το στόμα τους, φύσηξαν βοριάδες και τα κύματα δυσθεορατα ψήλωσαν ως τον ουρανό. Τα ρεύματα από τα βαθιά βγήκαν στην επιφάνεια και χέρι χέρι με τους αέρηδες και τα κύματα δημιούργησαν θαλασσοταραχή και άρπαξαν το πλοίο μας, το σήκωσαν πολύ ψηλά και αρχίνησαν ένα πάλιωμα μαζί του πεισματικό θέλωντας ίσως να το βουλιάξουν.
Είδαμε το χάρο τέσσερα, τον νιώσαμε πολύ κοντά μας καθώς βλέπαμε τη φουρτούνα να δυναμώνει και ώρα με την ώρα όλο να μεγαλώνει. Ο καπετάνιος μετά που πληροφορήθηκε από το Μαρκόνη ότι ο καιρός θα επιδεινωνόταν περισσότερο, κάλεσε σύσκεψη τους αξιωματικούς για να σκεφτούν πώς να τη γλυτώσουμε αφού καλά γνώριζαν την επικινδυνότητα του ψηλού φορτίου ένεκα του τρόπου που ήταν στοιβαγμένο. Ήταν Σουηδική ξυλεία απλωμένη σε όλο το κατάστρωμα σχηματίζοντας πυραμίδα ξεκινώντας από χαμηλά και στοιβαγμένη έως πολύ ψηλά. Η διέλευση από την πρύμνη στην πλώρη ήταν αδύνατη, και όποιος θα τολμούσε να περάσει πάνω από το φορτίο, σίγουρα θα παρασερνόταν από τα κύματα.
Κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δεν μπορούσαν να στείλουν τους ναύτες στο κατάστρωμα για να ξεδέσουν τα ξύλα ώστε να πέσουν στη θάλασσα απελευθερώνοντας το πλοίο από το επικίνδυνο φορτίο. Αποφάσισαν πως ήταν εντελώς αδύνατο, γιατι η θαλασσοταραχή ήταν μεγάλη και θα πνίγονταν. Αποφάσισαν πως μόνο με τύχη θα γλυτώναμε και κατάλληλους χειρισμούς στη πλεύση του πλοίου. Έλαβε διαταγή ο ασυρματιστής να στείλει μήνυμα πως το πλοίο κινδυνεύει, και εμείς σαν πλήρωμα λάβαμε διαταγή να είμαστε  standby και τα σωσίβια έτοιμα.   
Στη πολλή ώρα ο τρίτος με έστειλε πάνω στο ντεκ να φτιάξω καφέ. Μπορεί να κινδυνεύαμε, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως είχε έρθει το τέλος. Εξ άλλου ένας δυνατός πικρός καφές θα μας τόνωνε τον οργανισμό, ίσως και το ηθικό.
Με ανοιχτά τα πόδια για να δίνω το βάρος του κορμιού μου στην άλλη μεριά που έγερνε το πλοίο και βαστώντας γερά από τα ρέλια της σκάλας και ύστερα του διαδρόμου, ξεκίνησα για το κουζινάκι.  Βρήκα το πλήρωμα ναύτες και μηχανικούς να κάθονται όλοι εκεί βουβοί και σκυθρωποί με ανήσυχο βλέμμα, αλλά όλοι έτοιμοι για ότι αν χρειαζόταν. Η βουβαμάρα ήταν βαριά, και το κλίμα πιο βαρύ.
Τα μπρίκια, τα φλιτζάνια και τα ποτήρια πεσμένα χάμω σπασμένα, δεν μπόρεσαν να αντέξουν στα ράφια όσο καλά στερεωμένα και αν ήταν. Τους ρώτησα αν υπάρχει κάποιο νεότερο, και ο λοστρόμος μου κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Βλέποντας πως δεν μπορούσα να φτιάξω καφέ, και μη θέλοντας να βλέπω τα φοβισμένα τους πρόσωπα, γύρισα να φύγω να πάω πίσω στη δουλειά μου στο μηχανοστάσιο.

Εκείνη την ώρα ένα μεγαλύτερο κύμα χτύπησε το πλοίο που έγειρε πολύ και μη μπορώντας εγώ να σταθώ στα πόδια μου, με φόρα και δύναμη με άρπαξε η βαρύτητα και με έριξε για καλή μου τύχη πάνω σε ένα συνάδελφο που καλά κρατιόταν καθισμένος στην καρέκλα του την καλά βιδωμένη στο πάτωμα. Ταυτόχρονα ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο ακούστηκε, και ένας δυνατός θόρυβος ακολούθησε όπως μετεωρίτες να έπεφταν και να χτυπούσαν τη σκεπή του πρυμναίου ντεκ που μέσα ήμασταν εμείς. Ο θόρυβος ήταν ανατριχιαστικός και υπόκωφος, προς στιγμή σκέφτηκα μήπως βουλιάζαμε, μήπως πέσαμε στις συμπληγάδες πέτρες και αυτές μας συνέθλιβαν, ή μήπως το φορτίο των ξύλων λύθηκε και μας κατέκλυζαν πέφτοντας στο νερό.

ΔΟΑΞΑΣΙ Ο ΘΕΟΣ
Ήμασταν στο ντεκ πάνω από το μηχανοστάσιο, στο κομοθέσιο του πληρώματος. Στα δεξιά και αριστερά ήταν οι καμπίνες, και στο κέντρο η κουζίνα και η τραπεζαρία με δυο διαδρομους δεξια και αριστερα. Έξω στην η πρύμη κάτω από τη χοντρή λαμαρίνα του καταστρώματος, ήταν το μικρό τιμονάκι που κρατούσε σταθερή την πορεία μας. Όποτε η θάλασσα ήταν τρικυμισμένη, ο συριχτός ήχος που δημιουργούσε στη πάλη του με τα ρεύματα και τα φουρτουνιασμένα κύματα για να κρατήσει τη πορεία σταθερή, ακουγόταν οξύς και διαπεραστικός. Ήταν η συμπίεση των λαδιών που με τη τεράστια δύναμη του μηχανισμού της υδραυλικής πίεσης, υπερνικούσε την αντίσταση της θάλασσας και κρατούσε σταθερή την πορεία.
Τα κομοθέσια, δηλαδή οι στεγασμένοι χώροι που διαμένουν τα πληρώματα, είναι κατασκευασμένα από χοντρή λαμαρίνα ώστε να αντέχουν στις υγρασίες και τα οξειδωματα της θαλασσινής αλμύρας. Στα μεγάλα πλοία αποτελούνται από τρεις ορόφους κάποτε και περισσότερους, το δικό μας πλοίο όμως ήταν μικρό και το δικό μας κομοθέσιο ήταν μόνο ένας όροφος. Ήταν ένα σφραγισμένο κουτί από χοντρούς μπουλμέδες με στρογγυλά φινιστρίνια από διπλό γυαλί και με σιδερένιες πόρτες που έκλειναν στεγανά, ώστε τις δύσκολες ώρες στις μεγάλες τρικυμίες μας προστάτευε από τη μανία της θάλασσας. Μέσα κλεισμένοι στις καμπίνες μας νιώθαμε το ταρακούνημα από τα κύματα που πολλές φορές μας έριχνε από τις κουκέτες μας, και ακούγαμε το θυμό της θάλασσας που σαν υποχθόνιος βρυχηθμός ήθελε να μας φοβερίσει.
Εμείς όμως πίσω από τις χοντρές λαμαρίνες νιώθαμε ασφαλισμένοι, γιατι πλέον είχαμε συνηθίσει τους κινδύνους από τις μεγάλες θαλασσοταραχές καθώς προηγουμένως πολλές φορές τις είχαμε συναντήσει.      
Αυτή τη φορά όμως τα τεράστια κύματα που έγερναν το πλοίο επικίνδυνα ζερβά και δεξιά κάνοντας τα νεύρα να τεντώνουν από αγωνία, σε μια στιγμή μας έγειραν τόσο πολύ ίσα με τη θάλασσα. Η ανάσα μας κόπηκε, το στομάχι μας δέθηκε κόμπος και ο πανικός μας κυρίευσε. Ήταν πολύ μεγάλη η κλίση που πήρε το πλοίο, σχεδόν έγειρε ενενήντα μοίρες. Τίποτα δεν έμεινε στη θέση του, κανένας που δεν βασταζόταν από κάπου δεν μπόρεσε να σταθεί στα πόδια του. Πως ήταν δυνατό να μπορέσει να ισιώσει το πλοίο; Αν είχαμε καιρό να το σκεφτούμε, σίγουρα θα λέγαμε πως όχι, δεν ήταν δυνατό.
Μα πριν κατανοήσουμε πως βουλιάζαμε, πως σίγουρα ήρθε το τέλος μας, ακούσαμε δυνατούς ήχους υπόκωφους από χτυπήματα και νιώσαμε το πλοίο να ισιώνει. Το μεγάλο ταρακούνημα ημέρεψε και έγινε ομαλότερο. Τα δυνατά χτυπήματα σταμάτησαν και έγινε ένα βουητό σιωπής. Ακούγονταν μόνο οι αέρηδες και τα κύματα του άγριου καιρού έξω που λυσσομανούσαν σε μια αρμονία οι δυνάμεις του ενωμένες χαλώντας την ηρεμία της φύσης και αναστατώνοντας την πλάση του Θεού. Ήταν στιγμές απερίγραπτες που όμως δεν προλάβαμε να συνειδητοποιήσουμε φόβο, γιατι έγιναν όλα σε απειροελάχιστο χρόνο χωρίς η σκέψη μας να προφτάσει να ολοκληρώσει τον κύκλο της και να εμπεδώσει στις καρδιές μας τον τρόμο.

Όμως τι είχε συμβεί;
Ευτυχώς δεν πέσαμε στις συμπληγάδες πέτρες που κατά τη μυθολογία στέκουν σαν διαχωριστική πύλη ανάμεσα στη Μαύρη θάλασσα και τα στενά του Βοσπόρου χτυπώντας και κόβοντας στα δύο τα καράβια στο ανοιγόκλημα τους, ούτε κόπηκε το πλοίο στα δυο από τη μεγάλη θαλασσοταραχή, αλλά ούτε και μας έγειρε μέσα στα νερά το ψηλό και επικίνδυνο φορτίο που μεταφέραμε. Εκείνη τη μέρα οι Άγγελοι του ουρανού μας πρόσεχαν και μας φύλαγαν και δεν άφησαν τους διαβόλους του βυθού και τις κακές Νηριήδες να μας τραβήξουν και να μας πνίξουν.
Εκείνη τη μέρα ο  Άγιος Νικόλαος ο προστάτης όλων εμάς των ναυτικών, μας γλύτωσε την τελευταία στιγμή. Είχαμε την εικόνα του κρεμασμένη στη γέφυρα και όπως εμείς, όλα τα Χριστιανικά πλεούμενα μικρά ή μεγάλα  έχουν την εικόνα του για να τους προστατεύει.
Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές η χαμένη πίστη των ανθρώπων επανέρχεται στις καρδιές τους και από αρχής ξαναπιστευουν στο Θεό. Που όταν όλα τελειώνουν και παντελώς εκλείπει η ελπίδα, οι Άγιοι και οι Άγγελοι από θεία πρόνοια εφορμούν και αποτρέπουν ναυάγια, ή σώζουν αβοήθητους ναυτικούς που πνίγονται στα πελάγη.

Είχε συμβεί από χάρη Θεϊκή αυτό που θέλησε εξ αρχής ο καπετάνιος να κάμει, αλλά ένεκα της μεγάλης θαλασσοταραχής ήταν αδύνατο. Στην απόφαση του για τη σωτηρία του πλοίου να ξεδέσει το φορτίο και να ξαποληθεί στη θάλασσα, δεν κατέστη δυνατή η υλοποίηση της, γιατί όποιοι ναύτες το επιχειρούσαν, μόλις βγαίνοντας στο κατάστρωμα τα κύματα αμέσως θα τους έπαιρναν και θα τους έπνιγαν.
Από το δυνατό μπότσι λοιπόν, και το ψηλό φορτίο που έγειρε το πλοίο ίσα με την επιφάνεια της θάλασσας, τα δεσίματα έσπασαν, τα σχοινιά κόπηκαν και το φορτίο των ξύλων που υπερείχε πάνω από τα αμπάρια παρασύρθηκε στη θάλασσα πολλά εκ των οποίων πέφτοντας με δύναμη χτύπησαν στην οροφή του ακκομοθεσίου προκαλώντας τα υπόκωφα χτυπήματα που είχαμε ακούσει τις ύστατες εκείνες στιγμές του μεγάλου κινδύνου που διατρέξαμε να βυθιστούμε.
Έτσι μ αυτό τον τρόπο σωθήκαμε, η ανακούφιση μας πλημμύρισε τις καρδιές, και μεμιάς όλοι πιστοί και άπιστοι, ευχαριστήσαμε και δοξάσαμε το θεό.

Η ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ
Η τρικυμία καταλάγιασε και ο άνεμος σταμάτησε το απαίσιο σφύριγμα του. Όλοι αποκαμωμένοι από τη μεγάλη τρικυμία και το δυνατό μπότζι που μας ταλαιπώρησε ώρες, αλλά περισσότερο από την αγωνία για εκείνες τις δύσκολες στιγμές που παρ ολίγο η θάλασσα να μας επνιγε μες τα βαθιά νερά της, ανακουφισμένοι τώρα και με  ευχαρίστηση στην καρδιά πως τη σκαπουλάραμε, όσοι τελειώσαμε τις βάρδιες μας πήγαμε για ύπνο. Ξάπλωσα ντυμένος με τα λερωμένα ρούχα της δουλειάς, και με τις σκέψεις σε κείνες τις τραγικές στιγμές, αποκοιμήθηκα κουρασμένος και καταπονημένος καθώς ήμουν.
Η άλλη μέρα αργά πριν το μεσημέρι, με βρήκε ακόμα ξαπλωμένο, με τις αχτίδες του ήλιου να περνούν από το φινιστρίνι και να με χτυπούν στα μάτια. Οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές και έξω ο ουρανός γαλάζιος και ασυννέφιαστος. Γλάροι πετούσαν σημάδι πως ήμασταν κοντά σε στεριά, ενώ το μποτσαρισμα του πλοίου είχε παύσει εντελώς. Σκέφτηκα πως μπήκαμε στα στενά, και πως αφήσαμε πίσω μας την φουρτουνιασμένη μαύρη θάλασσα που ήθελε να μας πνίξει.
Τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων είναι δύο στενοί και επιμήκεις πορθμοί μέσω των οποίων επικοινωνεί ο Εύξεινος Πόντος με τη Μεσόγειο, την Ευρώπη και την Ασία.
Είναι δυο ονομαστά στενά που αποτελούν το ένα συνέχεια του άλλου και ενώνουν τη Μαύρη θάλασσα με τη Θάλασσα του Μαρμαρά, και ακολούθως με το Αιγαίο Πέλαγος. Είναι από τα πιο επικίνδυνα στενά για τη ναυσιπλοΐα, γι αυτό πάντα τα πλοία που τα διαπλεουν, δια νόμου πρεπει να τα κατευθύνει πιλότος της περιοχής.
Πιλότοι εκ του Αγγλικού όρου ή Πλοηγοί εκ του Ελληνικού, είναι υπάλληλοι με  γνώσεις της θαλάσσιας περιοχής, των συνήθων καιρικών συνθηκών, των ρευμάτων, της παλίρροιας, των βαθών και του είδους βυθού, και τυχόν ναυτικών κινδύνων τηε συγκεκριμένης περιοχής στην οποία αναλαμβάνουν την πλοήγηση των πλοίων. Κάθε φορά που περνούσαμε τα στενά, οι Τουρκικές Ναυτικές υπηρεσίες με την άδεια για τη διέλευση μας, μας παραχωρούσαν και πλοηγό πιλότο.

Μαστουρωμένος από τον ύπνο πριν πάω στο κουζινάκι για καφέ,  δρασκέλισα τη ψηλή πόρτα και βγήκα στο κατάστρωμα να ανασάνω την γεμάτη ιώδιο αλμυρή ατμόσφαιρα. Σαλπάραμε πριν δυο μέρες με το δείλι να γεμίζει πορφυρά χρώματα τον ουρανό, και τώρα εδώ, κοντά μεσημέρι είχαμε τον ήλιο ολόλαμπρο από πάνω να αντανακλάται στα υσηχασμένα νερά δημιουργώντας φωτεινές ίριδες. Εδώ στην τέλειωση της Μαύρης θάλασσας, στήθηκα πρύμα κι αγνάντεψα τις στεριές δεξιά και αριστερά μου. Ένα θέαμα πανέμορφο που όποτε περνούσαμε τα στενά, στεκόμουν κι αποθαύμαζα όσα όμορφα χωρεί ο νους, όλα αραγμένα εμπρός μου εύμορφα και θαυμαστά. Με τις βάρδιες και τα ξενύχτια μέσα στις λαμαρίνες, και στην αφόρητη μοναξιά μας, αυτή η θεα ήταν η μεγάλη πληρωμή μας, γιατι τέτοιες ομορφιές σπάνια συναντά ανθρώπου μάτι. Οι ακτές πυκνοκατοικημένες με υπέροχα αρχοντικά και παλιά κτίρια, πύργους, παλάτια και μικρά νησάκια με πανέμορφα κτίσματα πάνω στημένα αθάνατα στο χρόνο, και ένα ατελείωτο πράσινο βλαστημένο στη μεριά της Ασίας πυκνόφυτο που φιλούσε τη θάλασσα.
Η κουβέρτα ήταν ξεπλυμένη και πεντακάθαρη από τα μεγάλα κύματα της χτεσινής τρικυμίας και οι μπουκαπόρτες ερμητικά έκλειναν τα αμπάρια. Το φορτίο από σανίδια μέσα καλά προφυλαγμένο, ενώ όσο φορτίο είχε πάνω στο κατάστρωμα προηγουμένως στιβαστεί, τώρα παρασυρμένο και χαμένο στη θάλασσα.
Ο δεύτερος καπετάνιος με το λοστρόμο επιθεωρούσαν της ζημιές από την τρικυμία, ενώ η γυναίκα του καπετάνιου που ταξίδευε μαζί μας, ακουμπισμένη στα ρέλια αγνάντευε κι αυτή τις όμορφες ακτές της στεριάς. Ήταν κοντούλα, αλλά αυτό περνούσε απαρατήρητο γιατι είχε ένα τέλειο σώμα που τονιζόταν περισσότερο καθώς ήταν ντυμένη με μπλουτζίν και εφαρμοστή φανέλλα που τόνιζε δυο στητά υπέροχα στήθη που αντανακλούσαν θυλικότητα και ερωτισμό.
Η θυλικότητα είναι η αληθινή μορφή του σώματος και δεν υπάρχει κόσμημα σπανιοτερο από αυτήν. Ίσως γνωρίζοντας το η όμορφη καπετάνισσα και καταλαβαίνοντας την πεθυμιά που εξέπεμπε στους αρσενικούς, ντυνόταν με ρούχα εφαρμοστά που τόνιζαν τις όμορφες καμπύλες της. Σπάνια έφευγε από το πλωριό ντεκ της γέφυρας, αλλά όταν αυτό συνέβαινε, αναστατωμένο το πλήρωμα σύσσωμο προσπαθούσε να την αντικρύσει και να την αποθαυμάσει.
Και αυτή γνωρίζοντας την αναστάτωση που προκαλούσε, κάθε φορά όταν έβγαινε περίπατο στην κουβέρτα, ντυνόταν με ρούχα που επιδύκνειαν το σφριγηλό της στήθος το οποίον της προσέδιδε υπέρτατο αισθησιασμό και σεξουαλισμό.
Γύρισε προς εμένα και βάδισε προς το μέρος μου. Έμεινα εκστατικός να παρακολουθώ το λικνιστό της βήμα και τα μηνίγγια μου ήθελαν να σπάσουν από ταραχή. Μια φορά την είχα δεί από μακριά προηγουμένως, και ξανά τώρα εδώ, δίπλα μου ακριβώς, όπου στάθηκε και με χαιρέτησε.
-Για σου Κύπριε, σε λένε Κυριάκο;
Και πλησιάζοντας με σχεδόν εξ επαφής, άπλωσε το ένα της χέρι και ακούμπησε το δείχτη του χεριού της πάνω στο γυμνό μου στήθος καθώς είχα ξεκούμπωτο το πουκάμισο και με μια αργή κίνηση όπως ένα γλυκό χάϊδεμα το έσυρε αργά προς τα κάτω. Είδε την αναστάτωση που μου προκάλεσε, και μάλλον ευχαριστημένη συνέχισε να με αγγίζει με το δείχτη του χεριού της. Ήταν ένα άγγιγμα φαινομενικά αθώο, μπορεί χάϊδεμα απαλό ή άγγιγμα φιλικό, μπορεί και προσποιητό. Και εγώ ο άμοιρος με σκέψεις οργιαστικές και το σώμα μου να αναριγά, σκέφτηκα πως αν με ένα απλό άγγιγμα του χεριού της μου προκαλούσε τόση αναστάτωση, με το άγγιγμα του κορμιού της μπορεί να με σκότωνε.
Όμως μέσα μου δεν έτρεφα ψευδαισθήσεις. Πίστευα πως έπαιζε μαζί μου όπως η γάτα με το ποντίκι. Ίσως γνωρίζοντας την σεξουαλική αύρα που εξέπεμπε με την αισθησιακή της έκφραση, της άρεσε να παιδεύει τους αρσενικούς. Διότι δεν ήταν δυνατό, μια καπετάνισσα να έδινε σημασία σε μένα, ένα παιδαρέλι άσημο και πρωτόμπαρκο που κανείς δεν λογάριαζε, εκτός αν είχε βίτσιο, ή καπρίτσιο από υπέρμετρη αυταρέσκεια.

Μετά από χρόνια πολλά που πέρασαν, όταν τη φέρνω στο νου μου θυμάμαι την γλυκιά  αντίθεση ανάμεσα στο αγγελικό της πρόσωπο και στο κολασμένο καλλίγραμμο κορμί της. Θυμάμαι τα μάτια της που όταν με κοίταξαν, αναγνώρισα μέσα τους προστυχιά και ερωτισμό.
Πολλές ήταν οι φορές αργότερα στα διάφορα λιμάνια που όταν αγκάλιαζα γυναίκες, έσβηνα το φως και φανταζόμουν πως αγκάλιαζα αυτήν. Τη φέρω ακόμα στο νου μου ως γλυκεία ανάμνηση κάθε τόσο καιρό, όποτε νοσταλγικά θυμάμαι εκείνους τους καλούς καιρούς στα άλμπουρα της νεότης μου ως ναυτικός και ταξιδευτής της γης και της θαλάσσης.

ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΙΓΩΝΟ 
Τα κουτσομπολιά στο πλοίο έπαιρναν και έφερναν. Στα μουλωχτά και στα κρυφά μεταξύ του πληρώματος τάχατες εμπιστευτικά για να μην τους ακούσει κάποιος χαφιές, κυριαρχούσε η κουβέντα για τη καπετάνισσα.
Ήταν έλεγαν, μια γυναίκα με ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις που χωρίς αναστολές έριχνε τα δίχτυα της σε όποιον γουστάριζε υπό την ανοχή του συζύγου της που έκλεινε τα μάτια μη θέλοντας ίσως να δει κατάματα την οδυνηρή πραγματικότητα, αποφεύγοντας τοιουτοτρόπως συνέπειες που δεν επιθυμούσε.
Ίσως υπέθεταν, να τα είχε με το χαφιέ του καπετάνιου εκείνον τον ξανθό ναύτη με τους πολλούς μύες ίδιον με ντουβάρι, ίσως γι’ αυτό του επέτρεπαν να διαμένει στο πλωριό κομμοθέσιο μαζί τους. Ίσως ακόμα, να είχαν δημιουργήσει ερωτικό τρίγωνο, ένα φαινόμενο αρχέτυπο από καταβολής κόσμου, ανεξαρτήτως κοινωνικών και μορφωτικών στάτους, μιας σεξουαλικής διαστροφής πορωμένων και ζωώδων ενσίκτων χωρίς ηθικές αναστολές.
Της καταλογούσαν ακόλαστες ορέξεις που για να τις ικανοποιήσει δεν δίσταζε να προβαίνει σε πράξεις που πίσω άφηναν στάχτες και αποκαΐδια. Συμπεριφορές χωρίς ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες, μια στάση ζωής πολύ απελευθερωμένης από οποιαδήποτε σεξουαλική κουλτούρα.
Οι φήμες μεταξύ του πληρώματος οργίαζαν, ο καθένας πρόσθετε κάτι δικό του, και πόσα ήταν αληθινά μόνο ο θεός ήξερε. Ακόλαστους τους έλεγαν, και ανάλγητους βιτσιόζους της προστυχιάς τους κατονόμαζαν.
Βαριές κουβέντες, συνηθισμένες μεταξύ των αθκιασερών. Κουβέντες αληθινές και ψεύτικες, μια αγαπημένη ενασχόληση και ένα θλιβερό χόμπι των υποκριτών ανθρώπων που αγαπώντας τις ίντριγκες και τις δόλιες  μηχανορραφίες, χωρίς άλλο λόγο εκτός της προσωπικής ευχαρίστησης, προσπαθούσαν από ζηλοφθονία, με μανία να προκαλέσουν βλάβη στους άλλους.

Η απιστία είναι ένα οδυνηρό γεγονός που κλονίζει τη σχέση του αντρογύνου.  Οι λόγοι είναι διαφορετικοί, κάποτε αυστηρά προσωπικοί και μοναδικοί καθώς άλλο είναι το σεξ, άλλο η αγάπη. Συνήθως ότι μένει κρυφό δεν πληγώνει, αλλά αν αυτό φανερωθεί, τότε προκύπτουν οι συνέπειες. Πολλές φορές όμως, σε κάποια ζευγάρια μοντέρνα και προχωρημένα, υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις, ώστε να μπορούν να μειώνουν τις ενοχές. Κάποιοι μεταξύ τους συμβιβάζονται και συνεργάζονται σε σχέσεις καθαρά απόλαυσης και ηδονής, χωρίς δεσμεύσεις ή οικείες σχέσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν διασάλευση και ρήξη αναμεταξύ του αντρογύνου. Τοιουτοτρόπως δεν χρειάζεται από καμιά πλευρά να ειπωθούν ψέματα και δικαιολογίες, καθώς υπάρχει η συνενοχή ή και η συμμετοχή. Ενεργώντας δι αυτού του τρόπου οι άνθρωποι, δεν υπόκεινται στη βάσανο ενός οδυνηρού χωρισμού, ούτε διακατέχονται από συναισθήματα που φθείρουν τη ψυχή, όπως ζήλεια, θυμό και θλίψη. 
Αυτά αποφάνθηκε ο δεύτερος μηχανικός που θέλοντας να παραστήσει τον φιλόσοφο, έδωσε μια λογική εξήγηση και βρήκε ένα δίκαιο στους ανθρώπους που έπρατταν ομοίως. Όμως σε όλους μας ήταν γνωστή και η δική του ιστορία, πως και αυτουνού η μοίρα τον ήθελε ένα δυστυχή άνθρωπο που η σύζυγος του μια χοντρή και καθόλου συμπαθητική γυναίκα, του είχε κάνει το βίο δύσκολο. Μπροστά στα μάτια του φλερτάριζε με τον καθένα, στην προσπάθεια της επί σκοπού να τον μειώσει και να τον ρεζιλέψει. Ήταν φανερό πως ήταν μοχθηρή και του είχε επιβληθεί με φανερά τα αποτελέσματα. Αυτή ευτραφής και στρουμπουλή, αυτός ισχνός,  πετσί και κόκαλο, τον είχε ρέψει με την κακία της. Ερχόταν και έμενε μαζί του κατά καιρούς όποτε βαριόταν τη στεριανή ζωή και επιθυμούσε μια αλλαγή. Ήταν φανερό πως θέλοντας να δικαιολογήσει τη δική του ανοχή έναντι της, και νιώθοντας ενοχή για τη χαλαρή συμπεριφορά του, προσπαθούσε μέσα από φιλοσοφικές σοφιστείες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα των άλλων.
Έτσι λοιπόν τα λόγια έπαιρναν και έφερναν, είχε δι αυτού του τρόπου το πλήρωμα κουβέντες να λέει και να συζητά περνώντας έτσι ευχάριστα τις ατελείωτες ώρες πάνω στο πλοίο.
Πολλές ιστορίες πραγματικές υπάρχουν που όπλισαν χέρια και τα έκαμαν δολοφονικά αδίκως, μόνο και μόνο από λόγια συκοφαντών, ψεύτικα και παραπλανητικά που έκαμαν κάποιους να πιστέψουν πως συνομωσίες υφαίνονταν εναντίον τους στα σκοτεινά.

Θέλω να πω πως όλα έμοιαζαν λόγια αληθινά, αλλά ήταν λόγια που κακοί ναυτικοί τα χρησιμοποίησαν για να βλάψουν ανθρώπους. Προσπάθησαν να δημιουργήσουν προβλήματα σε μένα και να με εκφοβίσουν παίρνοντας και φέρνοντας κουβέντες και κουτσομπολιά.
Άρχισαν τις διαβολές πως έτσι είπε αυτός, ή πως έτσι είπα εγώ. Ξεκίνησε την κουβέντα ο λοστρόμος λέγοντας μου πως βλέποντας τη καπετάνισσα να έχει γούστο σε μένα, ο ξανθός ναύτης ζήλεψε και θύμωσε, γι αυτό έπρεπε εγώ να προσέχω γιατι ήταν μοχθηρός και για να με κάνει να τον πιστέψω, μου εξιστόρησε ένα παλαιότερο γεγονός, πως σε μια ίδια ιστορία πριν λίγο καιρό με την ίδια υποψία, κάθε μέρα έδερνε ένα καημένο νέο ώσπου τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το πλοίο στο επόμενο λιμάνι.
Δεν έδωσα πολλή σημασία, γιατί σκέφτηκα πως δεν θα έδινα λόγο για δημιουργία παρεξηγήσεων, ούτε θα αφηνόμουν να παρασυρθώ σε ερωτικά παιχνίδια επικίνδυνα εν μέσω πελάγου όπου κάποιον εύκολα μπορούσε να τον παρασύρει και να τον πνίξει κάποιο τρικυμισμένο κύμα, άρα τοιουτοτρόπως θα καταλάγιαζαν οι τυχόν υποψίες και ζήλειες του υποτιθέμενου αγαπητικού των καπεταναίων.

Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ 
Καθημερινά στις 12 η ώρα μαζευόμασταν στη μικρή τραπεζαρία για το μεσημεριανό φαγητό. Ο μάγειρας ένας μικρούτσικος ανθρωπάκος που όσο μπόι του έλειπε τόση μαεστρία είχε στην τέχνη του, έφτιαχνε καταπληχτικά φαγητά που όλοι περιμέναμε με αδημονία να γευτούμε. Είχε ένα έμφυτο ταλέντο που ότι άγγιζε το μαγείρευε εξαιρετικά, φαγητά και λιχουδιές που προσμέναμε όχι μόνο για να θρεψουμε την πείνα μας, αλλά και να απολαύσουμε γεύσεις εξαιρετικές που πολύ καλά ήξερε να δημιουργεί.
Παρ’ όλη όμως την ευχαρίστηση των σπουδαίων γεύσεων που με αγαλλίαση πρόσμενα, εκείνες τις ώρες  πάντα ένιωθα μια ανησυχία. Ήταν οι μοναδικές στιγμές που συναπαντιόμασταν με τον μαντράχαλο σπιούνο του καπετάνιου. Ερχόταν από τους πρώτους και αφού έτρωγε βιαστικά, κουβαλούσε στο πλωριό ντεκ ένα δίσκο με φαγητό που ετοίμαζε ο μάγειρας για τον καπετάνιο και την καπετάνισσα οι οποίοι συνήθως έτρωγαν στην καμπίνα τους.   
Ανάμεσα μας είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη ένταση, και ένιωθα το βλέμμα του πάντα απειλητικό στραμμένο σε μένα, καταλαβαίνοντας πως η στιγμή της σύγκρουσης μας ήταν αναπόφευκτη. Κάποιοι ναύτες από το πλήρωμα σπιούνοι κυρίως μαέστροι του κουτσομπολιού, έπαιρναν και έφερναν κουβέντες που όξυναν τα πνεύματα ανάμεσα μας. Εκμεταλλευόμενοι τη μεγάλη του προσκόλληση και την ιδιαίτερη Ιψενική σχέση που ίσως είχε με τον καπετάνιο και τη καπετάνισσα, και μετά το θλιβερό όπως αποδείχτηκε επεισόδιο της φιλάρεσκης συμπεριφοράς της καπετάνισσας προς  εμένα, κουτσομπολεύοντας κατασκεύασαν σενάρια και δημιούργησαν ίντριγκες, δολοπλοκίες και ραδιουργίες εκ του μηδενός. Έφτιαξαν μια τεχνητή κατάσταση αντιπαράθεσης με αιτία την υποθετική αισθηματική προτίμηση της καπετάνισσας που έκανε τον δυστηχή νάυτη να πιστεύει πως ήμασταν μεγάλοι αντίζηλοι και αδυσώπητοι εχθροί. Απύθμενο μίσος μέσα του μαζεύτηκε με τον καιρό, έτοιμο να ξεχειλίσει και να ξεκινήσει ίσως ένα καυγά μέχρι εσχάτων εκεί στα άγνωστα μέρη, μέσα σε θάλασσες αχανείς και έρημες που πολλούς ναυτικούς είχε καταπιεί το μαύρο της σκοτάδι μέσα σε νύχτες σκοτεινές και ασέληνες.

Έσπειραν και καλλιέργησαν στη ψυχή του μεγάλη ζήλια και υποψία πως ήμουν αντίζηλος του, ενώ στη δική μου αντίληψη μια βεβαιότητα με τον καιρό επικράτησε, πως το απλό αθώο επεισόδιο με την καπετάνισσα, μόνο αυτό, αρκούσε για να τον στρέψει σφόδρα εναντίον μου σαν ένα θηρίο άγριο και αιμοβόρο.
Και γω ο άμοιρος γνωρίζοντας την ανεπάρκεια μου απέναντι του καθώς ήταν πολύ μεγαλόσωμος, φρόντιζα να πηγαίνω καθυστερημένος για φαγητό όταν όλο το πλήρωμα ήταν μαζεμένο, ένας τρόπος που αποδείχτηκε αποτρεπτικός παράγοντας και για αρκετό καιρό τον κράτησε μακριά μου.
Ο φόβος όμως φώλιασε στη ψυχή μου, ένας τρόμος που όσο με κουτσομπολιά και λόγια συντηρείτο από τους καλούς μου συναδέλφους, με τον καιρό μεγάλωνε και γινόταν πανικός και εφιάλτης, ένα αδυσώπητο βάσανο στη σκέψη και στο είναι μου που όσο ο καιρός περνούσε, ένιωθα την αντιπαράθεση υπόγεια να υποβόσκει, και έβλεπα το μίσος ξεκάθαρα ζωγραφισμένο την όψη του να μεγαλώνει.
Όλοι μας καταλαβαίναμε πως το κακό πολύ σύντομα θα ξεσπούσε. Οι περισσότεροι με αδημονία και χαιρεκακία περίμεναν να παρακολουθήσουν ένα τρικούβερτο καυγά να συμβαίνει ώστε σαν θεατές καλά να απολαύσουν και ύστερα τις επόμενες μέρες να έχουν τροφή για συζήτηση σπάζοντας τοιουτοτρόπως τη μονότονη και απέραντη μοναξιά τους πάνω στο πλοίο.
Και εγώ στις μαύρες σκέψεις μου πίστεψα τελικά πως δεν υπήρχε άλλη λύση, ή θα με σακάτευε αυτός, ή πρώτος εγώ έπρεπε κάποια νύχτα σκοτεινή να τον σκότωνα στον ύπνο του και ύστερα κρυφά να τον έριχνα να τον φαν τα ψάρια. Όσο οι μέρες περνούσαν πιο πολύ σκεφτόμουν αυτή τη λυση, ώσπου με τον καιρό μου έγινε βίωμα πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Με τις ώρες στις βάρδιες μου σκεφτόμουν τρόπους πως θα ενεργούσα, παρακολουθούσα τις κινήσεις του και κατασκεύαζα σενάρια. Κατέστρωσα ένα σχέδιο, αλλά μια μεγάλη δυσκολία υπήρχε που με κατέτρωγε, αν θα έβρισκα το θάρρος να προβώ στην αποτρόπαιη πράξη, καθώς δεν είχα στο αίμα μου δολοφονικές τάσεις. Αυτή η τρομερή αμφιβολία δεν με άφηνε να προχωρήσω στο σχέδιο μου που θα με απάλλασσε από τον καθημερινό μου εφιάλτη που βασανιστικά μέσα μου φωλιασμένος ο τρόμος ταλαιπωρούσε το νου μου.

Ήταν μια μέρα δεν είχε τρικυμία, αλλά είχε μεγάλα υπόγεια ρεύματα που έκαναν το πλοίο να μποτσάρει ενοχλητικά. Είχαμε ξεπλύνει και καθαρίσει τη μηχανή και το πετρέλαιο που χρησιμοποιήσαμε γέμισε στις σεντίνες. Σεντίνες είναι το κάτω μέρος του μηχανοστασίου όπου συγκεντρώνονται τα απόνερα. Από το μεγάλο μπατάρισμα όμως τα απόνερα κινδύνευαν να υπερχειλίσουν καθώς πολύ έγερνε το πλοίο, και να λερώσουν το πάτωμα. Είχα λάβει λοιπόν ειδοποίηση από τον δεύτερο μηχανικό να βιαστώ να φάω για μεσημέρι και γρήγορα να κατεβώ στη μηχανή να ξεκινήσω την αντλία να αδειάσω τα απόνερα.
Έβαλα τις φόρμες εργασίας και πήγα στην κουζίνα όπου εξήγησα στον καλό μας μάγειρα τα πράγματα. Αυτός, άνθρωπος πάντα με ένα χαμόγελο και ένα αστείο στα χείλη, με πολλή ευχαρίστηση μου είπε να πάω στην τραπεζαρία να καθίσω, και αυτός ο ίδιος χωρίς να περιμένει τον καμαρότο, θα μου έφερνε το φαγητό μου.
Ευχαριστημένος γιατί θα έτρωγα πριν την κανονική ώρα και τοιουτοτρόπως θα γλύτωνα το κακό συναπαντημα με τον κακό ναύτη, κάθισα σε μια καρέκλα που ήταν βιδωμένη στο πάτωμα για να μην κουνιέται καθώς κουνιόταν το πλοίο, και ακούμπησα τα χέρια στο τραπέζι προσμένοντας με λαχτάρα τα καλούδια φαγητά του καλού μας μάγειρα. Έγειρα τη ράχη πίσω, και η ματιά μου έμεινε να κοιτάζει την πόρτα προσμένιντας το μάγειρα με τα καλύτερα φαγητά…
Είδα πρώτα τη σκιά του να μπαίνει στην πόρτα, και κάτι δεν μου άρεσε καθώς μου φάνηκε διαφορετική. Αμέσως συνειδητοποίησα πως δεν ήταν ο μάγειρας, αλλά ο αδυσώπητος εχθρός μου, ο ιδαίτερος ναύτης του καπετάνιου.
Μεγάλος φόβος με έζωσε, αλλά μηχανικά όπως πολλές φορές είχα σκεφτεί πως θα αντιδρούσα στην περίπτωση όταν θα προέκυπτε, σηκώθηκα και αμέσως όρμησα σκυφτός και τον άρπαξα από τα μεγάλα πόδια. Με όλη μου τη δύναμη τον σήκωσα, μια δύναμη που είχε πολλαπλασιαστεί από το φόβο που είχα μέσα μου, και το σώμα του έγειρε και έπεσε κάτω και εγώ πάνω του. Ένας βαρύς γδούπος ακούστηκε, καθώς το κεφάλι του με περισσή δύναμη από τη φόρα που τον έσπρωξα, χτύπησε στον μπουλμέ του τοίχου. Μονομιάς σηκώθηκα έτοιμος να τον κλωτσήσω, αλλά ξαφνιασμένος τον είδα να μένει χάμω καθιστός με απλανές βλέμμα.
Έμεινε κάτω λίγη ώρα, και ύστερα σηκώθηκε ζαλισμένος και έσυρε τα βήματα του στο διάδρομο που οδηγούσε έξω στην κουβέρτα, στη μεριά της πλώρης.
Πιο πέρα ο μάγειρας  έστεκε ξαφνιασμένος παρακολουθώντας και  μη πιστεύοντας πως όσα συνέβηκαν ήταν πραγματικά, πως ο μεγαλόσωμος ναύτης έφευγε με την ουρά στα σκέλια.

Πολύ θα ήθελα ο άμοιρος να είχα ξεμπερδέψει και το θηρίο να ημερέψει, να του περάσει το άχτι. Μου ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψω πως φοβήθηκε, πως έτσι απλά τα παράτησε. Δεν πίστευα πως έστω λίγο φοβήθηκε.
Ήταν γεγονός πως εγώ έδειξα μεγάλη αφοβιά, πως κατάφερα να τον ρίξω κάτω, όμως δεν πίστεψα πως φοβήθηκε, πώς η μάχη είχε τελειώσει. Ήταν η πρώτη μας σύγκρουση και είχα την πρώτη ρεβάνς. Αλλά δέν μπορούσα στη σύγκριση να μου δώσω υπεροχή, καθώς τα μεγέθη μας ήταν ανυπέρβλητα. Εγώ νεαρός, αδύνατος και κοντός, αυτός τριαντάρης ψηλός ίσα με δύο μέτρα, και ένα κορμί ντουβάρι μόνο μύες και χοντρά μούσκουλα. 
Πραγματικώς την ώρα του φευγιού του ένιωσα μεγάλη ανακούφιση, είχα γλυτώσει έστω προσωρινά από μια δύσκολη κατάσταση. Ήξερα πως δεν είχε τελειώσει η ιστορία, σκέφτηκα πως απλά είχε πονέσει πολύ, και υποχώρησε προσωρινά.
 Όλοι με θαύμασαν, όλοι με παίνεψαν, και όλοι κατηγόρησαν τον ψηλό ναύτη πώς ήταν δειλός.
Χαιρόμουν ιδιαίτερα που εύκολα γλύτωσα από τα χέρια του, και το μυαλό μου ημέρεψε λίγο που για μέρες πολλές τώρα ήταν σε ένταση από την αγωνιώδη προσμονή της σύγκρουσης μας.
Σκέφτηκα πως από τώρα και εξής, η ζωή μου ως πρωτόμπαρκου ναυτικού τουλάχιζτον είχε μπει σε μια καλύτερη διάσταση, και δεν θα είχα πλέον εχθρικές συμπεριφορές από τους παλιότερους που υποτιμητικά συνήθιζαν να συμπεριφέρονται στους καινούργιους…
Και πραγματικώς η συμπεριφορά τους άλλαξε, μου φέρονταν με σεβασμό και εκτίμηση, και με έβλεπαν από άλλη σκοπιά καθώς στη σύγκρουση μου, έδειξα πρωτόγνωρη τόλμη.

Οι μέρες περνούσαν και ήταν όλα καλά, εξόν από την παράξενη απουσία του ναύτη που έπαψε να κυκλοφορεί στο επίστεγο κομοθέσιο του πληρώματος. Έμενε στο πρόστεγο της γέφυρας με τον Καπετάνιο και τη καπετάνισσα. Ούτε στο κατάστρωμα για εργασία δεν παρουσιαζόταν. Σταμάτησε να μεταφέρει όπως πριν το φαγητό στον καπετάνιο, και τη μεταφορά ανέλαβε ο καμαρότος. Ήταν μια παράξενη συμπεριφορά που κανείς στο πλήρωμα δεν μπορούσε να εννοήσει, έτσι και πάλιν άρχισαν οι υποθέσεις και τα κουτσομπολιά να παίρνουν και να φέρνουν. Άλλος το μακρύ κι άλλος το κοντό, δημιουργήθηκε μια παραφιλολογία που με ευχαρίστηση συζητούσαν στ σχόλη τους, σπάζοντας δι αυτού του τρόπου τη μονοτονία της καθημερινότητας τους.
Και συνέχιζαν να συζητούν, και με συμπόνοια αναφέρονταν σε μένα τον καημένο πρωτόμπαρκο Κύπριο που για ένα καρβέλι ψωμί ήμουν στα ξένα μέρη μέσα στα βαθιά πελάγη και στους ωκεανούς. Που έφυγα από την πατρίδα μου εκείνους τους καιρούς του πολέμου, που γλύτωσα από τους Τούρκους, αλλά που κινδύνευα να με φαν τα σκυλόψαρα κάποια σκοτεινή βραδυά ένεκα μιας αδικαιολόγητης παράλογης ζήλειας που καρφώθηκε μέσα στο ξερό κεφάλι κάποιο τρελλού ναυτικού.

Περνούσαν οι μλερες, περνούσαν οι εβδομάδες, και η ζωή στο πλοίο κυλούσε τον συνηθισμένο ρυθμό της. Σκληρή εργασία και απέραντη μοναξιά, η Μαύρη θάλασσα και το Αιγαίο πάντα πανέμορφες θάλασσες,  πότε αγριεμένες και πότε γαλήνιες, μας περιέκλειαν με τα μυστήρια τους. Και την ώρα της σχόλης μας εμείς οι ναυτικοί, λέγαμε ιστορίες θαλασσινές για να περνά η ώρα.
Τα κουτσομπολιά αραίωσαν σιγά, και με τον καιρό σταμάτησαν. Που και που ο κακός ναύτης κυκλοφορούσε ανάμεσα στο άλλο πλήρωμα, όμως ήταν απόμακρος και σιωπηλός. Είχε αλλάξει συμπεριφορά, κοίταγε όλους με βλέμμα μοιαστό επικίνδυνου φοβισμένου θηρίου, ενώ όταν συναντούσε έμενα με προσπερνούσε χωρίς να με κοιτάσει στα ίσια.
Κάποιοι είπαν πως σαλτάρισε, και άλλοι πως του έμεινε ζημιά από το δυνατό χτύπημα πάνω στον μπουλμέ.
Μα στο δικό μου μυαλό υπήρχε η έγνοια, γι αυτό ήμουν πάντα προσεκτικό. Το ένστικτο μου με προειδοποιούσε πως κάτι κακό εν τελει θα συνέβαινε. Καταλάβαινα πως καθώς ήταν νοητικά διαφορετικός, ίσως κάποια στιγμή το θολωμένο του μυαλό να αντιδρούσε επίσης διαφορετικα, καθώς οι σκέψεις των τρελλών πολύ από την κοινή λογική απέχουν.
Πολλές φορές στις ατελείωτες βάρδιες μου κάτω στη μηχανή είχα σκεφτεί την κατάσταση, και για ώρες προσπαθούσα να την αναλύσω. Καταλάβαινα πως η συμπεριφορά του έκρυβε ένα σιωπηλό κίνδυνο, και αλλοίμονο την ώρα που η οργή του θα ξεσπούσε. Πάντα προσεκτικός χωρίς να επαναπαυτώ επειδή πέρασε καιρός, απέφευγα όσο μπορούσα να συναπαντηθώ μαζί του, και όταν σπάνια συνέβαινε, ήμουν standby και σε εγρήγορση.
Στο εργαστήριο του μηχανοστασίου έφτιαξα ένα γατζόκλειδο σε διαστάσεις μετρημένες ώστε να είναι ευκολόχρηστο στα χέρια μου, όχι ως εργαλείο για τα βάλβς, αλλά ως όπλο για να αντισταθώ  αν χρειαζόταν.
Σαν δόκιμος μηχανικός λοιπόν,  κυκλοφορούσα με το γατζοκλειδο ανά χείρας ως μέρος της δουλειάς μου, αλλά  θέλοντας ταυτοχρονως να επιδείξω και μια δύναμη αντίστασης. Ίσως να είχε αποτέλεσμα η πράξη μου, καθώς πέρασαν πολλές μέρες, εβδομάδες και μήνες, χωρίς τίποτα να συμβεί. Άρχισα να αναθεωρώ τις σκέψεις μου, και με ανακούφιση στο τέλος συμπαίρανα πώς όλα ήταν της σκέψης μου, και πως είχα είχαν τελέψει.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Πέρασαν έξι μήνες και όλα ήταν καλά. Ένα δυο φορές δοκίμασα να σπάσω τον πάγο απευθύνοντας του το λόγο, αλλά έμενε σιωπηλός. Δεν το θεώρησα παράλογο, γιατί την ίδια συμπεριφορά είχε και με το υπόλοιπο πλήρωμα. Πίστεψα πως του έφυγε η κακία, και πως δεν ήταν  τόσο άγριος και επικίνδυνος όσο φαινόταν. Πως η προηγούμενη επιθετικότητα  έναντι μου ήταν της στιγμής, γιατί ίσως τον έβαλαν επιτήδειοι και συκοφάντες εκ του πληρώματος. Έτσι ενώ είχε περάσει στη σκέψη μου να ξεμπαρκάρω ένεκα της προκληθείσης κατάστασης, τώρα αναθεώρησα και ήθελα να παραμείνω στο πλοίο περισσότερο καιρό. Ήταν μικρό και καλοτάξιδο σκαρί που έκανε κοντινά δρομολόγια στη Μεσόγειο και που κάθε τόσες μέρες έπιανε Ελληνικό λιμάνι. Σε τέτοια  πλοία σπάνια αδειάζουν θέσεις, γιατί οι ναυτικοί πολύ τις επιθυμούν, καθώς τοιουτοτρόπως δεν ευρίσκονται επί μακρόν μακριά από την πατρίδα και την οικογένεια τους.
Η καμπίνα μου ήταν μοναχική ξέχωρη από τις άλλες, πάνω στο πρυμναίο ντεκ, δίπλα στη τσιμινιέρα του πλοίου. Η καπνιά από το φουγάρο άφηνε πίσω μια μακριά ουρά, ενώ όταν ο άνεμος φυσούσε ανακατωμένα, τη διασκόρπιζε και την έριχνε στο κατάστρωμα και ιδιαιτέρα έλουζε την καμπίνα μου που το άστρο χρώμα της έγινε γκριζωπό, όσο και άν τα ψηλά κύματα πολύ τακτικά την ξέπλεναν. Πολλές φορές τούφες άκαης καπνιάς έπεφταν πάνω μου σαν αραιή βροχή, όταν μπαινόβγαινα στην καμπίνα μου.
Όμως, στο φουγάρο δίπλα πολλές ώρες του ελεύθερου μου χρόνου άραζα ρεμβάζοντας και παρακολουθώντας τα τερτίπια της θάλασσας. Μετρούσα τα κύματα και παρακολουθούσα τα δελφίνια χαρούμενα να πλέουν πάνω από το νερό, ενώ ο βαθύς ορίζοντας μας έγνεφε να τον ακολουθήσουμε στα πέρατα του κόσμου. Μου άρεσε ιδιαίτερα να κάθομαι και να αποθαυμάζω τις πανέμορφες στεριές του Βοσπόρου. Πολλές φορές διασχίσαμε τον Ελλήσποντο, και όλες τις φορές, πάνω ψηλά στη τσιμινιέρα στεκόμουν και αγνάντευα τα πανέμορφα παράλια που απλώνονταν γύρω μου.

Τη καμπίνα μου από τη μηχανή χώριζαν δυο σκάλες. Η πρώτη μικρή ισα με δυο μέτρα οδηγούσε στο κατάστρωμα, και η δεύτερη αρκετά μεγάλη, οδηγούσε στο μηχανοστάσιο. Ενδιάμεσα τους ήσαν οι καμπίνες του πληρώματος και η κουζίνα με την τραπεζαρία. Στην αρχή μετρούσα τα σκαλοπάτια κάθε φορά που τα ανεβοκατέβαινα, αλλά σιγά με τον καιρό ξεπέρασα τη συνηθεια. Όλο μου το δρομολόγιο ήταν αυτό, και όσο καιρό ήμουν μπαρκαρισμένος στο πλοίο, μόνο ελάχιστες φορές είχα περπατήσει ως την πλώρη. Ήταν ένας τρόπος να αποφεύγω τις κακές συναπαντήσεις.
Καθώς ο καιρός όμως πέρασε χωρίς να συμβεί τίποτα, έγινα απρόσεκτος. Άρχισα ελεύθερα να κυκλοφορώ πάνω στο πλοίο ή έξω στα λιμάνια, χωρίς ιδιαίτερα να προσέχω.
Εκεί λοιπόν που όλα ξεχάστηκαν, κάποια μέρα ένα δείλη που άρχισε να σκοτεινιάζει, βγαίνοντας από την ζέστη του μηχανοστασίου, δεν ανέβηκα τα σκαλοπάτια που με οδηγούσαν στην καμπίνα μου, παρά τα βήματα μου με οδήγησαν προς την πλώρη θέλοντας να απολαύσω το θαλασσινό αεράκι που ήρεμα φυσούσε και τον ήλιο που έγερνε και χανόταν πέρα στον ορίζοντα της θάλασσας. Δεν είχα σκοπό να πάω ως πέρα, είχα σκοπό μόνο να περπατήσω λίγο.
Σε λίγα μέτρα πίσω από το υπερυψωμένο πρώτο αμπάρι, πετάχτηκε άξαφνα εμπρός μου και απρόσμενα σαν τον Φάντη μπαστούνι ο ναύτης. Ήταν κρυμμένος πίσω από τις μπουκαπόρτες και μου την είχε στήσει. Αιφνιδιάζοντας με χωρίς να προλάβω να αντιδράσω, με άρπαξε από το λαιμό, και ένιωσα τα χέρια του σαν μέγγενη να με σφίγγουν και να με σηκώνουν ψηλά. Χωρίς αναπνοή, άρχισα να τον γρονθοκοπώ με δύναμη όσο μπορούσα, αλλά αυτός ακίνητος χωρίς καθόλου να νιώθει τα χτυπήματα, με έσφιγγε περισσότερο. Σαν ντουβάρι βράχου, με την τεράστια δύναμη που είχε, με σήκωσε ψηλά στο ύψος του προσώπου του και αντικριστά είδα τα μάτια του ανέκφραστα να με κοιτάζουν ατάραχα, όπως να έκανε μια συνηθισμένη εργασία, και όχι ένα φόνο. 
Τα δευτερόλεπτα έγιναν αιώνες σε μια επιθανάτια μου στιγμή όταν κατάλαβα πως έφευγε η ζωή, όταν πλέον δεν είχα άλλη αναπνοή. Ένιωσα τα χέρια μου να κρεμιούνται κάτω, και τη σκέψη μου να αποδέχεται το τέλος, και να παραδίδεται στο θάνατο.
Έβλεπα το θάνατο με σιγουριά να έρχεται και το μυαλό μου το κυριεύτηκε από τρόμο.
Πονούσα αφάνταστα από το δυνατό σφίξιμο, αλλά ο τρόμος και η αγωνία του θανάτου υπερίσχυαν του πόνου και η αίσθηση πως δεν είχα δύναμη να αντιδράσω και να αντισταθώ, μάγγωνε απελπιστικά τον εγκέφαλο μου…
Και ξαφνικά δεν υπήρχε τίποτα, δεν υπήρχε ζωή. Μια ήρεμη αίσθηση με κυριάρχησε και η αποδοχή στην ανημποριά της αντίδρασης μου με έκαναν τελεσίδικα να αποφασίσω πως ήρθε το τέλος, και γαλήνια παραδόθηκα στην ανυπαρξία, νιώθοντας μια ηρεμία να με κατακλύζει.

Τι είναι ο θάνατος; Οποία η αίσθηση την ώρα του θανάτου, διερωτούνται πολλοί. Πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο ερώτημα της ζωής. Τι νιώθουμε την ώρα που ξεψυχούμε; Αυτό που αποκαλούμε συνείδηση και σκέψη παθαίνει μαζί με το σώμα;
Εγώ που τον βίωσα και τον αισθάνθηκα, ένα λέγω, πως είναι απλά ένα μαύρο κενό. Δεν είχα σκέψεις, ούτε συνείδηση, τίποτα. Ένιωθα πως δεν ήμουν εκεί. Ένιωθα πως έπεφτα σε ένα μαύρο ύπνο-λήθαργο χωρίς όνειρα, και όταν ξύπνησα αισθάνθηκα πως είχα κοιμηθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ στην πραγματικότητα έλειψα από τη ζωή μέσα στη λιποθυμία του θανάτου μου, μόλις λίγα λεπτά ή δευτερόλεπτα.  Ένιωσα να ξυπνώ και ένιωθα να πονάω, ένιωθα να δυσκολεύομαι πολύ στην αναπνοή. Ήμουν παρατημένος στο κατάστρωμα πεσμένος κάτω μέσα στο σκοτάδι χωρίς να έχω γίνει αντιληπτός από κανένα…
Με δυσκολία σήκωσα το κορμί μου και ο έγειρα πάνω στη ράχη της μπουκαπόρτας που έκλεινε το αμπάρι. Έμεινα εκεί γερμένος με τες ώρες κοιτάζοντας ψηλά τα άστρα, προσπαθώντας να συνέλθω αλλά και να συνηδειτοποιησω  πως όλα όσα συνέβησαν ήσαν αληθινά.

Βίωσα λοιπόν, κάτι. Βίωσα την αίσθηση και τη αγωνία του θανάτου μου. Ήταν στην αρχή ο μεγάλος φόβος του θανάτου όταν τον συνειδητοποίησα με σιγουριά, αλλά ύστερα ήταν η ηρεμία του τέλους που όλα γίνονται διαφορετικά, που η ζωή φεύγοντας παραδίνει την ψυχή στην απόλυτη ηρεμία και γαλήνη που ο θάνατος επιφέρει στο σώμα. 
Και αυτό το κάτι ένιωσα πως ήταν τίποτα. Από εκείνο τον καιρό, δεν με φοβίζει ο θάνατος. Δεν τον επιθυμώ γιατί αγαπώ τη ζωή, αλλά και όταν είναι νάρθει, ας έρθει με έναν καλύτερο τρόπο.