ΤΟ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ (ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2)

Επόμενος προορισμός μας ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος, τα παλιό λίκνο του Ελληνικού πνεύματος. Το σπουδαιότερο λιμάνι και η πρωτεύουσα της χώρας κατά την αρχαιότητα, που στην ακμή της αποτέλεσε μια από τις επιφανέστερες εστίες πολιτισμού, διαθέτωντας τη μεγαλύτερη και διασημότερη βιβλιοθήκη του κόσμου πριν τη καταστροφή της από πυρκαγιά, και που συγκέντρωνε τους αξιότερους πνευματικούς και σοφούς του κόσμου.
Είναι η πόλη επίσης ταυτισμένη ιστορικά με τον μεγαλύτερο φάρο που εθεωρείτο ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ήταν πύργος ύψους εκατόν σαράντα μέτρων, και αποτελούσε το πιο ψηλό κτίριο εκείνης της εποχής. Κατασκευασμένο περίτεχνα, επί της κορυφής του ήταν στημένο το άγαλμα του Ποσειδώνα. Σχεδιάστηκε επί Πτολεμαίου Α΄ κατά τον τρίτο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε εν λειτουργία έως τον δέκατο τέταρτο μ.Χ. αιώνα που χάλασε από σεισμό. Ήταν κτισμένος στη νησίδα Φάρος, και από αυτήν πήρε το όνομα, το οποίον και χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως ονοματολογία εις ολόκληρο τον κόσμο.
Περάσαμε δίπλα από τα χαλάσματα του φάρου και πλεύσαμε παράλληλα στην προέκταση του βραχίονα που ένωνε τη νησίδα με τη στεριά, δημιουργώντας έτσι το σπουδαίο απάνεμο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Μπήκαμε σιγά στο βαθύ λιμάνι με τη βοήθεια του Άραβα πιλότου που μας εστάλη από τα λιμεναρχείο για να μας οδηγήσει, και δέσαμε στο ντόκο δίπλα από ένα Ρωσικό υποβρύχιο που στάθμευε αναδυόμενο για ανεφοδιασμό υπό τη φρούρηση πολεμικών πλοίων γύρω του.
Μόλις αράξαμε, μπήκαν με μιας τελωνειακοί για το νενομισμένο έλεγχο, και κάμποσοι μικροπωλητές που προσπαθούσαν να μας πουλήσουν σουβενίρ και ψεύτικα χρυσαφικά σε μια προσπάθεια τους ντε και σώνει να μας ξεγελάσουν. Εγώ ως φαίνεται φαινόμουν πως ήμουν νιόμπαρκος, γιατί μου την πέσανε πρώτα, προσπαθώντας με γλώσσα μισοαγγλιστί και μισοελληνιστί, να με πείσουν να αγοράσω κάλπικα χρυσαφικά.
Τα κοντραμπάζα διακόπηκαν από αυξημένη κίνηση τελωνειακών που παρατηρήσαμε να ανεβαίνουν βιαστικοί στο πλοίο. Καταλάβαμε πως κάτι συνεβαινε, αλλά ο νους μας δεν μπορούσε να μαντέψει. Τους είδαμε να κατευθύνονται στο μεσαίο Deck της γέφυρας, όπου εκεί ήταν το γραφείο του καπετάνιου…

Έως την ώρα που αναχωρήσαμε την επόμενη μέρα, δεν μάθαμε τι είχε συμβεί, κανένας εκ των αξιωματικών της γέφυρας δεν μας ενημέρωσε. Ή δεν ήταν κάτι σοβαρό, η αν ήταν, ίσως έλαβαν διαταγή από τον καπετάνιο να μην μας ενημερώσουν.

Δεν κάτσαμε πολύ στο λιμάνι. Ξεφορτώσαμε όλη μέρα και νύχτα, και την επόμενη αναχωρήσαμε. Μόλις προλάβαμε να κάνουμε ένα γύρο στη μεγάλη πόλη και να επισκεφτούμε τα κυριότερα αξιοθέατα. Μπαρς με γυναίκες δεν υπήρχαν καθώς εκείνους τους καιρούς η Αίγυπος ήταν αυστηρή Μουσουλμανική χώρα, γι αυτό υπό συνοδεία οδηγού επί πληρωμή, επισκεφθήκαμε κρυφές γυναίκες ανοχής, που κατοικούσαν πολύ μακριά από το λιμάνι για να μην δίνουν στόχο στις διωκτικές αρχές.
Εντύπωση μεγάλη κατά το σεριάνημα μας στην Αλεξάνδρεια απ όσα είδαμε, ήταν η ίδια η πόλη ολόκληρη και ο σχεδιασμός της που έμοιαζε Ελληνική, με αρχαϊστικά στοιχεία, με Ορθόδοξες εκκλησίες και Ελληνικές επιγραφές σε πολλά κτίρια. Ήταν η Αλεξάνδρεια των παλιών Ελλήνων που δυστυχώς επί διακυβερνήσεως Νάσερ λίγα χρόνια πρωτύτερα, οι αρχές κατάσχεσαν τις περιουσίες τους και τους εκδίωξαν από τη χώρα, διαμοιράζοντας τον Ελληνικό πλούτο σε πτωχούς Αλεξανδρινούς Αιγυπτίους. Ήταν η γνωστή μοίρα των Ελλήνων, ο αιώνιος κατατρεγμός τους.

Την επόμενη μέρα αποπλεύσαμε με θλιμμένη την καρδιά, έχοντας μέσα μας μια πίκρα για τη μοίρα των Ελλήνων προσφύγων που από τον καιρό των Τουρκοαιγυπτίων μέχρι των Νεοτούρκων και των Αιγυπτίων πρόσφατα, πολλά δεινά γνώρισαν και μεγάλο κατατρεγμό δέχτηκαν…
Μόλις ανοιχτήκαμε στα βαθιά, ηρθε το μήνυμα, τα κακά χαμπάρια. Μάθαμε τι συνέβηκε με τις τελωνειακες αρχές στην Αλεξάνδρεια. Ο καπετάνιος ξέχασε να δηλώσει τα εμπορεύματα που είχε κατασχέσει από εμάς. Ενώ ήταν απλωμένα στο μεγάλο τραπέζι φανερά μπροστά στα μάτια των τελωνειακών, αυτοί  δεν τα βρήκαν στη λίστα εμπορευμάτων που τους δήλωσε ο καπετάνιος καθώς είχε ξεχάσει να τα συμπεριλάβει ως αφορολόγητα. Όπως όριζε ο νόμος, κατάσχεσαν τα προϊόντα και επέβαλαν στο πλοίο ένα τεράστιο πρόστιμο μερικών χιλάδων λιρών Αγγλίας για αδήλωτα προϊόντα, ποσό το οποίο η Ναυτιλιακή εταιρεία το πλήρωσε δια του ατζέντη της, αλλά θα το απέκοπτε από το μισθολόγιο του καπετάνιου ως του κύριου υπαίτιου για ότι συνέβηκε εκ της αμελείας του.

Είναι παραδεχτό από πολλούς πως η καλοσύνη αμείβεται και η κακία τιμωρείται. Ο καπετάνιος που χωρίς ιδιαίτερο λογο μας πήρε όσα προϊόντα είχαμε θέλοντας άδικα να μας τιμωρήσει για το μικρό μας λαθρεμπόριο στη Σοβιετική Ένωση, ένα εμπόριο λαθραίο που και ο ίδιος διενεργούσε, τώρα ο ίδιος τιμωρήθηκε, ίσως από το χέρι του Θεού που δεν άντεξε την κακία του. Καθώς ήταν υπόχρεος να πληρώσει, σε μια προσπάθεια του να το αποφύγει, μας κάλεσε και μας ζήτησε να μοιραστούμε το χρέος, γιατί όπως ισχυρίστηκε, όλοι είχαμε μερίδιο στα λαθραία προϊόντα.

Όταν όμως περί χρημάτων και προστίμων καλείται τις να πληρώσει, και όταν εξ υπαιτιότητας άλλου συμβαίνει, δεν είναι δυνατόν να το αποδεχτεί. Εκ μέρους όλων μας λοιπόν, ο λοστρόμος εξήγησε στον καπετάνιο πως δεν αποδεχόμαστε τον διακανονισμό, καθώς αυτός πήρε τα προϊόντα μας παράνομα, και σωστότερο θα ήταν να μας αποζημίωνε για την απώλεια, παρά να ζητά να επωμιστούμε μαζί του το πρόστιμο που επιβλήθηκε για καταδικό του και μόνον λάθος.