ΣΤΟ ΡΟΤΕΡΝΤΑΜ, ΣΤΟ ΚΑΤΕ ΝΤΡΑΚ

Κατέβηκα από το λεωφορείο και ροβόλησα για τα ναυπηγεία, όπου δεμένο στον ντόκο το πλοίο «ΕΥΓΕΝΙΑ» φαινόταν σαν καινούργιο μετά το φρέσκο μπογιάτισμα. Ήταν έτοιμο και πάλι να σαλπάρει, και καθώς η εταιρεία μου είχε προτίνει νέο συμβόλαιο στο ίδιο πλοίο, εγώ δεν αρνήθηκα. Ανέβηκα τις ψηλές σκάλες λοιπόν, και παρουσιάστηκα στον καπετάνιο και ακολούθως στον πρώτο μηχανικό. Μετά τις διατυπώσεις έβαλα τα πράγματα μου στην παλιά μου καμπίνα, και ανέβηκα στο κατάστρωμα και στη μεριά του μόλου, ακούμπησα στα ρέλια και βάλθηκα να χαζεύω τους καινούργιους ναυτικούς που κατάφθαναν ένας ένας, για την επάνδρωση του πλοίου. Όλο το πλήρωμα ήταν καινούργιο, έκτος από εμένα και έναν ναύτη. Ήταν ο μπρατσάς αρσιβαρίστας με το τετράγωνο κορμί, που τον αποκαλούσαμε Ντουβάρι καθώς ο κορμί του ήταν ίδιο χοντρό κούτσουρο, σαν χοντρό ντουβάρι

Το πλοίο ήταν έτοιμο για σαλπάρισμα, χρειαζόταν ακόμα μερικά στόρια τα οποία θα λαμβάναμε στο δρόμο μας από το λιμάνι του Άη Νικόλα στην Κρήτη.
Από βραδύς, όλοι οι μηχανικοί στη μηχανή με επικεφαλής τον πρώτο, ξεκινήσαμε τη διαδικασία να θέσουμε σε πλήρη λειτουργία το μηχανοστάσιο. Ξεκινήσαμε την ηλεκτρογεννήτρια, τα βοηθητικά μηχανήματα, τα καζάνια, τα evaporators, και ούτω καθεξής. Σε λίγες ώρες ήταν όλο το μηχανοστάσιο σε πλήρη λειτουργία τροφοδοτώντας όλο το πλοίο με ενέργεια, νερό, ψυγεία, κλιματισμό. Όλα διπλοελεγμένα, και σε ετοιμότητα η μηχανή.  
Χαράματα ξημερώνοντας η μέρα, με slow τις μηχανές, ξεκινήσαμε για το επόμενο μεγάλο maw ταξίδι.

Περνώντας από τον Αη Νικόλα πιάσαμε ράδα για να παραλάβουμε τα επιπλέον στόρια.
Η μέρα ξημέρωνε με συννεφιά και βροχή. Περιμένοντας τη λάντζα, ο πόμαν, ο λοστρόμος και λίγοι ναύτες πάνω στο κατάστρωμα ετοίμαζαν το παλάγκο για το φόρτωμα, ενώ κουβεντιάζοντας και συζητώντας έλεγαν για τη βροχή που έπεφτε σιγανή και ξέπλενε την κουβέρτα. Δίπλα τους ο γραμματικός τους άκουε έχοντας το νου του στη λάντζα.
Αυτό το όμορφο πρωινό από τη ράδα, εμείς οι άλλοι στο σκεπαστό της πρύμης, παρατηρούσαμε την κίνηση στο λιμάνι και στην πόλη του Άη Νικόλα. Όσοι δεν είχαμε βάρδια ήμασταν εκεί και χαζεύαμε τον πανέμορφο μικρό κόλπο της Κρήτης, τον Άγιο Νικόλαο το μικρό αλλά ξακουστό ψαροχώρι.
-Όμορφα είναι το σημερινό πρωινό,
άκουσα τον γραμματικό να λέει,
-θα πάρουμε τα στόρια και ολόισια για το νησί Καρκάϊλαντ να φορτώσουμε για Ολλανδία, αυτές είναι οι εντολές για το επόμενο ναύλο, πηρε τηλεγραφημα ο μαρκόνης.
Συνήθως φορτώναμε χωρίς να έχουμε συγκεκριμένο προορισμό, και παίρναμε οδηγίες από τα γραφεία μετά που σαλπάριζε το πλοίο φορτωμένο και έτοιμο για οποιοδήποτε μεγάλο ποντοπόρο ταξίδι. Αυτή τη φορά ξέραμε τον προορισμό μας πριν ακόμα ξεκινήσουμε το ταξίδι για τον Περσικό Κόλπο.

-Να η λάντζα, έρχεται, άκουσα τον καθαριστή της μηχανής δίπλα μου να λέει και να δείχνει τη μεγαλη βάρκα που κατευθυνόταν στη μεριά μας. Μας κόντεψε και ελαττώνοντας ταχύτητα, κόλλησε δίπλα μας ένα με το πλοίο και άφησε τη μηχανή στο ρελαντί.
Στη πρύμη της λάντζας, κάποιος έστεκε και κοίταζε έντονα προς εμάς.
-Αυτός, λέω μέσα μου, μοιάζει του φίλου μου του Αντωνέσκου.
Έμεινα να τον παρατηρώ με έκπληξη για την μεγαλη ομοιότητα, φυσικά ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν ο ίδιος, αφού ο φίλος μου ο παιδικός που για είκοσι χρόνια, όλα τα χρόνια της ηλικίας μας, είμασταν μαζί στο ίδιο χωριό και στις ίδιες γειτονιές, δεν έπρεπε να είναι εδώ, ήξερα ότι σπούδαζε στον Πειραιά. Μου φάνηκε ότι και αυτός με κοίταζε, αλλά δεν έδειξε να με γνωρίζει, γι αυτό όταν επιβιβάστηκε και στάθηκε δίπλα μου, με πολλή έκπληξη, ναι, αναγνώρισα τον παιδικό μου φίλο τον Αντωνέσκο. Ήταν αυτός, είχε ζητήσει και βρήκε εργασία στην ίδια εταιρεία και στο ίδιο πλοίο με μένα. Ήθελε να μου κάνει έκπληξη και ήρθε απροειδοποίητα. Μεγαλη η έκπληξη μου, μεγαλύτερη η χαρά μου, τον καλωσόρισα με ευχαρίστηση. Τον βοήθησα με με τις αποσκευές του, και ακολούθως τον οδήγησα στο γραφείο του Καπετάνιου για να δηλώσει την παρουσία του.

Στη ξενιτιά λοιπόν και μέσα στα πελάγη, συνάντησα το φίλο μου και η χαρά μου ήταν μεγάλη. Θα είχα σύντροφο και φίλο ανάμεσα στους άγνωστους του πληρώματος που συνήθως οι καρδιές τους γίνονταν σκληρές και σκυθρωπές, καθώς πάνω στα γκαζάδικα από τη μεγάλη τους μοναξιά γίνονταν οι άνθρωποι ψυχροί και απόμακροι. Ανάμεσα σε τέτοιο περιβάλλον και συνθήκες, να έχει κάποιος αληθινό φίλο είναι μεγάλη υπόθεση, γιατί μια φιλία αληθινή είναι βοηθητική στις τρικυμίες του περιβάλλοντος, και είναι πολλές οι φορές που μοιράζονται χαρές και λύπες, και στα δύσκολα ο ένας γίνεται αποκούμπι του άλλου. Έτσι τώρα, ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους ναυτικούς από άλλες χώρες άλλων φυλών όπου μεταξύ τους κοιτάζονταν με αμφιβολία, εγώ και ο φίλος μου νιώθαμε σύντροφοι δεμένοι και συμπαραστάτες ο ένας του άλλο.

Από τον Άγιο Νικόλαο Κρήτης πλεύσαμε τα γαλήνια νερά της Μεσογείου και περάσαμε από το Γιβραλτάρ στα θυμωμένα νερά του Ατλαντικού. Κάναμε το γύρο της Αφρικής, και μετά από πολλές, πάρα πολλές μέρες, φτάσαμε στο Καρκάιλαντ όπου δέσαμε σε μια πλατφόρμα για να φορτώσουμε. Το ταξίδι της επιστροφής δεν θα ήταν το ίδιο, θα ήταν πιο σύντομο. Θα περνούσαμε από την ερυθρά Θάλασσα και θα διασχίζαμε τη διώρυγα του Σουέζ η οποία επιτέλους είχε καθαριστεί από τις νάρκες και επιτρεπόταν ο πλους της.
Σε λίγες μέρες περνούσαμε τη διώρυγα και όσοι δεν είχαμε βάρδια, βγήκαμε στην κουβέρτα και παρακολουθούσαμε την διαδρομή.
Η διώρυγα του Σουέζ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη. Είναι μία τεχνιτή διόδος,η μεγαλύτερη του κόσμου, και διατρέχει τον ισθμό του Σουέζ, ενώνοντας τη Μεσόγειο θάλασσα με την Ερυθρά. Αρχίζει από το Πορτ Σάιντ λιμάνι της Αιγύπτου στη Μεσόγειο, συναντά περίπου τη μέση την πόλη Ισμαηλία που είναι γνωστή ως η πόλη της ομορφιάς και της Γοητείας, και καταλήγει στον λιμάνι του Σουέζ που βρίσκεται στο κόλπο της Ερυθράς θάλασσας.
Πέυσαμε τη Μεσόγειο και περάσαμε στα στενά του Γιβραλτάρ.
Ακολούθως πλεύσαμε πλησίον των ακτών της Πορτογαλίας, περάσαμε τον Βισκαϊκό κόλπο και τις ακτές της Γαλλίας και μπήκαμε στη Μάγχη, όπου κάπου κοντά στο Ντόβερ του Ηνωμένου Βασιλείου φουντάραμε ράδα και από θαλάσσης με αγωγό, ξεφορτώσαμε μέρος του φορτίου. Από εκεί, το Ρόττερνταμ ήταν πολύ κοντά. Σε λίγες ώρες είχαμε φτάσει και δέσει στο μεγάλο λιμάνι της Ολλανδίας.
Η Ολλανδία ήταν μια χώρα που εκείνο τον καιρό ήταν στο επίκεντρο των ειδήσεων όλου του κόσμου, γιατί δοκίμαζε ένα πρωτοποριακό σύστημα σε σχέση με τη χρήση των ναρκωτικών. Η κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική που δέχθηκε πολλές κριτικές και που συζητήθηκε ευρέως. Είχαμε και εμείς διαβάσει στις εφημερίδες για το μέτρο αυτό, και στα στενά αυστηρά πλαίσια της Ελληνικής και Κυπριακής κουλτούρας, μας φάνηκε πολύ προχωρημένο και πρωτάκουστο.
Επειδή όμως στο μεγάλο λιμάνι του Ρότερνταμ που εκατομμύρια άνθρωποι και εμπορευματοκιβώτια από ολόκληρο τον κόσμο διακινούνται και που μεταπολεμικά έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, η Ολλανδία μια χώρα ανεκτική και ανοιχτή σε όλες τις ιδέες, εφάρμοσε  μια τολμηρή πολιτική για τα ναρκωτικά. Με τη σκέψη να καταπολεμηθεί η παρανομία που προέρχεται από το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών ουσιών, η κυβέρνηση επέτρεψε  την πώληση μικρών ποσοτήτων του χασίς στα περίφημα «καφενεία» του Ρότερνταμ και των άλλων Ολλανδικών πόλεων υπό αυστηρούς όρους. Η πολιτική αυτή οδήγησε στην αύξηση της εγκληματικότητας γύρω από αυτά τα καφενεία και ο δρόμος του Κάτε Ντράκ κατακλύστηκε από ναρκομανείς και ότι συνεπάγεται από αυτούς, αποκτώντας όνομα παγκόσμια ως κακόφημη συνοικία. Άνοιξαν μπαρς και καφετέριες που γέμιζαν με κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα ύποπτα κοντραπάζα έδιναν και έπαιρναν, ενώ οι μαστροποί από μια άκρη παρακολουθούσαν τις πόρνες τους και οι έμποροι τα τσιράκια τους, ενώ σε κάποιες άλλες μεριές μικρές ομάδες συναθροίζονταν ίσως εξυφαίνοντας μικρές ή μεγάλες παράνομες δουλειές ή και ληστείες.

Ήταν απόγευμα, τέλειωσε η βάρδια στη μηχανή και με τον κουμπάρο τον Αντωνέσκο, κατεβήκαμε τις ψηλές σκάλες του πλοίου και πήραμε τον δρόμο της πόλης του Ρότερνταμ που ήταν πέρα από το λιμάνι, με πρώτη έγνοια μας να βρούμε πουτάνες.
Ήταν εκείνη την ημέρα η πόλη έρημη από ανθρώπους, τα αυτοκίνητα στους δρόμους λίγα, και οι επιγραφές στα μαγαζιά γραμμένες στα Ελληνικά πολλές. Εστιατόρια, μπάρς, ρεμπετάδικα και άλλα καταστήματα. Ήταν όπως σχεδόν σε όλα τα λιμάνια, η Ελλάδα κατοικούσε παντού. Οι Έλληνες μετανάστες με την παρουσία τους να ξεχωρίζει, ήσαν ιδιοκτήτες πολλών καταστημάτων που ψώνιζαν οι ναυτικοί, αφου ο Ελληνικός εμπορικός στόλος ως ο μεγαλύτερος του κόσμου εκείνη την εποχή, κατέκλυζε όλα τα λιμάνια.
Ήταν η δεκαετία του ΄70 και πουθενά σχεδόν αλλού εκτός από την Αμερική και τη Γερμανία  ίσως, δεν είχε βιτρίνες που μέσα διαφήμιζαν ζωντανά τις πόρνες. Ήταν αράδα στη γραμμή, έδειχναν τα κάλλη τους και καλούσαν τους περαστικούς να εισέρθουν εις τα  ενδότερα για απολαύσεις ιδιαίτερες. Έξω από τα μαγαζιά στέκονταν κράχτες που καλούσαν τους περαστούς και τους εξηγούσαν τα πονηρά τους εμπορευματα. Αλλά εμείς μαθημένοι από προηγούμενα λιμάνια, τους ακούγαμε, περπατούσαμε και ψάχναμε για κάτι να μας ενδιαφέρει.
Μπήκαμε σε ένα κινηματογράφο που έξω διαφήμιζε ταινίες πορνό και μέσα αντί για καθίσματα υπήρχαν ατομικές κερκίδες στρωμένες με σκληρό χαλί, όπου οι θεατές μπορούσαν να καθίσουν ή να ξαπλώσουν και να παρακολουθήσουν τις ακατάλληλες ταινίες. Είχε άριστη εξυπηρέτηση, είχε όμορφες κοπέλες να προσέχουν ώστε ο κάθε πελάτης να περνά καλά, είχε ακόμα και σωματώδεις άνδρες με σταυρωμένα τα χέρια να στέκονται διακριτικά σε σκοτεινές γωνιές και να παρακολουθούν. Ήταν οι μπράβοι που πρόσεχαν να είναι όλα στην τάξη χωρίς να γίνονται παρεκτροπές από το προκαθορισμένο παιχνίδι που ήταν ορισμένο να επιτρέπεται.
Μέσα στο μισοσκότεινο σινεμά με τις ταινίες πορνό να παίζουν, οι θεατές δεν έπρεπε να αγγίζουν τις ημίγυμνες κοπέλες. Μονο αυτές άγγιζαν όπου ήθελαν, είχαν μόνες τους την πρωτοβουλία. Έτσι παιζόταν το παιχνίδι, όλα εξαρτώνταν από τα πουρμπουάρ και τις αντοχές των θεατών.
Έτσι πέρασε η μέρα και ήρθε η βραδιά που μάς βρήκε να σουλατσάρουμε στο Κάτε Ντράκ την κακόφημη συνοικία με τα ξακουστά «καφενεία» και τους συνήθεις υπόπτους. Ήταν ένα πανηγύρι με πολύβουο κόσμο και χίπηδες με μεγάλες καμπάνες στα μπατζάκια ραμμένες όπως πρόσταζε η μόδα, να περπατούν νωχελικά πανω ή κάτω σκουπίζοντας τα πεζοδρόμια στο πέρασμα τους. Στο βάθος εκεί που τέλειωνε ο μεγάλος δρόμος του Κάτε Ντράκ, πανω από την πόρτα σε μια ταπέλλα έγραφε «Ελλάς Μπαρ». Μπήκαμε μέσα όπου μας δέχτηκαν με χαρά οι Έλληνες θαμώνες και ιδιοκτήτες και που με λαχτάρα μας ρωτούσαν τα νέα της πατρίδας.

Καλά περάσαμε μέσα εκεί, με κρύα ποτά, δυνατή μουσική και όμορφα κορίτσια να μας συντροφεύουν και να μας προσέχουν. Βγάλαμε την υπόλοιπη μας νύχτα ώσπου κόντεψε η ώρα της βάρδιας και έπρεπε να γυρίσουμε στο πλοίο. Ευχαριστημένοι πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Θα είχαμε να λέμε και να συζητούμε για μέρες πολλές τις εμπειρίες μας στο Κάτε Ντράκ, όταν στο ελεύθερο της βάρδιας μας στις μακριές βραδιές, καθισμένοι στο σκεπαστό της πρύμνης θα πλέαμε για μακρινά ταξίδια στα πελάγη, και στους Ωκεανούς.