Η ΟΠΤΑΣΙΑ

Το Νοβοροσσίσκ μεγαλη πόλη της Ρωσίας, ανηκει στην επαρχια Νοβορώσια και διαθέτει το μεγαλύτερο λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα. Είναι βιομηχανική πόλη σπουδαία στην παραγωγή χάλυβα και μεταλλικών προϊόντων.
Πριν την Οκτωβριανή επανάσταση, η ελληνική ομογένεια ήταν πανίσχυρη, καθώς εκεί ήταν συγκεντρωμένοι σπουδαίοι Έλληνες έμποροι της εποχής που ακολούθως διέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1942, όταν η πόλη καταλήφθηκε από τους Γερμανούς, μια μικρή μονάδα Σοβιετικών ναυτών υπερασπίστηκε ένα τμήμα της για 225 μέρες εμποδίζοντας τους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν το λιμάνι για πλοία ανεφοδιασμού, μέχρι που απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο στρατό. Γι αυτό το μεγαλούργημα, η πόλη τιμήθηκε με τον τίτλο της Ηρωικής Πόλης το 1973, τη χρονιά εκείνη κατά την οποία είχα πραγματοποιήσει το πρώτο μου ταξίδι με το πλοίο «Άγιος Διονύσης». Για τη δόξα της πόλεως, ο συγγραφεύς Ντμίτρι Σοστακόβιτς τη μνημόνευσε με το έργο του «Καμπάνες του Νοβορωσίσκ, η Φλόγα της Αιώνιας Δόξας».

Έφευγε ο Χειμώνας εκείνο τον καιρό, και η Ανοιξιάτικη βλάστηση οργίαζε, ενώ ολόκληρη η πλάση που ήταν φυτεμένη και πράσινη, ήταν κάλλος περίσσιο που ομόρφαινε την πόλη. Με λύπη αποχαιρετήσαμε τους εύμορφους τόπους και τις όμορφες γυναίκες, με περισσότερη λύπη αποχαιρέτησαν αυτές εμάς. Δεν είχαμε γι αυτές μεγάλη στεναχώρια, γιατι σε όλα τα λιμάνια γυναίκες πολλές περίμεναν τα πλοία να γυρίσουν με ανοιχτές αγκάλες. Είναι συνηθισμένοι οι περισσότεροι ναυτικοί να θεωρουν τις λιμενίσιες αγάπες ως πρόσκαιρα παιχνίδια έρωτος και φλέρτ, χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς να πιάνονται σε παγίδες αγάπης ή σε σχέσεις εφήμερες και επικίνδυνες.

Είχαμε ξεφορτώσει το φορτίο πορτοκαλιών που είχαμε στα αμπάρια, και φορτώσαμε ξυλεία. Γεμίσαμε τα αμπάρια, και πάνω από αυτά, επίσης τοποθετήσαμε τεράστιους σωρούς μέχρι τρία μέτρα ύψους. Το πλοίο από το περισσό βάρος κάθισε στη θάλασσα και η κουβέρτα ήταν ίσα με την επιφάνεια της. Όλοι ελπίζαμε να μην συναντήσουμε μεγάλες τρικυμίες, γιατι υπήρχε κίνδυνος να βυθιστούμε καθώς ήμασταν υπερφορτωμένοι κατά πολύ περισσότερο από το κανονικό.
Με προορισμό την Αίγυπτο τη χώρα των Φαραώ και την Αλεξάνδρεια την πόλη των Ελληνικών γραμμάτων, αφήσαμε πίσω το Νοβοροσίσκ και βάλαμε πλώρη για την ξακουστή πόλη που ο Μεγας Αλέξανδρος ίδρυσε κατά το πέρασμα του για να κατακτήσει τον κόσμο.
Όλα τα παράλια από το Αιγαίο έως τον Εύξεινο ήταν απείρου κάλλους τοπία σπαρμένα στις ακτές, που έκαναν το νου μας να χασκιάζει από την ωραιότητα και την ομορφιά τους. Είναι έως σήμερα τόποι εύμορφοι και ξακουστοί με μεγάλη ιστορία να τους συνοδεύει. Ιστορία γραμμένη από πραγματικά γεγονότα, από μύθους και από παραμύθια που συνθέτουν λαϊκούς θρύλους αλλόκοτους και παράδοξους, ιστορίες που έχουν συνθέσει με τη φαντασία τους οι άνθρωποι από αφηγήσεις άλλων, και από εικασίες δικές τους.
Ιστορίες που και εγώ γνώριζα, γι αυτό κάθε φορά που διαπλέαμε το Βόσπορο οι σκέψεις μου ταξίδευαν δίνοντας υπόσταση στις φανταστικές άϋλες δοξασίες σαν να ήταν πραγματικές, σαν να συμβαίνανε εμπρός μου. Ειδικά τις νύχτες τις πανσέληνες που λένε ότι βγαίνουν οι σειρήνες από τα νερά, κοίταζα με προσοχή στα βάθη των οριζόντων μήπως βλέψω κάποιαν ανεράδα να αναδύεται μέσα στο φως του φεγγαριού.
Λέγανε πως από τη μαύρη θάλασσα βγαίνανε γοργόνες μαύρες με μαύρη καρδιά, και τραβούσαν τους ναύτες κάτω στο βυθό για να χαριεντιστούν μαζί τους.
Λέγανε πως έβγαιναν στοιχειά και νεράιδες καλές που τραγουδούσαν στους ναύτες για παρηγοριά, βάλσαμο στην καρδιά καθώς ήσαν στα ξένα μέρη, και όποιος τυχερός τις έβλεπε η τύχη τον συνόδευε στην υπόλοιπη ζωή του.

Με αυτή την ελπίδα μέσα στην ονειροπόληση μου μια νύχτα που είχα τελειώσει την νυχτερινή βάρδια στη μηχανή και στεκόμουν στη πρύμνη, από μακριά στο βάθος του ορίζοντα, μου φάνηκε να αναδύεται μέσα από τη θάλασσα μια μεγάλη μάζα νερού και να σχηματίζει μια οπτασία γιγαντιαίου ανθρώπινου προσώπου που με ορμή ερχόταν προς εμάς…
Ήταν ο καιρός που γέμωνε και σήκωνε αέρα και φουρτούνα. Ήταν ο Ποσειδώνας από τα βαθιά νερά που αναδύθηκε θυμωμένος και  όρμησε με άγριες διαθέσεις. Αγρίεψε τη θάλασσα και πρόσταξε τα κύματά να μας χτυπήσουν με μανία. Να μας ταρακουνήσουν ανελέητα και να μας βασανίσουν. Να μας παιδέψουν και να μας φοβερίσουν.
Το πλοίο έγερνε σε κάθε κύμα επικίνδυνα, και ο φόβος απερίγραπτος πως ίσως βουλιάζαμε, κυρίευε τις καρδιές μας. Ξέραμε πως ήταν η θάλασσα επικίνδυνη και πως ο μύθος για τις μαύρες γοργόνες ήταν αληθινός. Λέγανε οι παλιοί ναυτικοί, πως ήταν κόρες του Πωσειδωνα που βγαίνανε από το σκοτεινό νερό κατά διαταγην του και παρέσερναν τα πλοία στο βυθό.
Με μόνη ελπίδα το Θεό, στρέψαμε τα πρόσωπα και προσευχηθήκαμε να μας γλυτώσει. Τέτοιες ώρες κινδύνου που έχει ο άνθρωπος ανάγκη ενός θαύματος, όλοι πιστοί και άπιστοι, παρακαλούν τον ίδιο Θεο να τους προστατεύσει.

Παλέψαμε με τη μεγάλη τρικυμία για πολλές ώρες. Αμπαρωμένοι πίσω από πόρτες σφραγισμένες για να μην μπαίνει μέσα το νερό που σκέπαζε το πλοίο, με τα πρόσωπα σκυθρωπά από την αγωνία, νιώθαμε τις στιγμές ατελείωτες ώρες, και τις ώρες ολόκληρους αιώνες.
Ώσπου με τη βοήθεια του Θεού επιτέλους, μπήκαμε στα στενά και ήρεμα νερά της θάλασσας του Βοσπόρου. Με τους χτύπους της καρδιάς μου σιγά να ημερεύουν, σκέφτηκα πως φτηνά τη γλυτώσαμε τούτη τη φορά. Σκέφτηκα πόσο πραγματικά επικίνδυνο είναι το επάγγελμα του ναυτικού, και διερωτήθηκα αν θα μπορούσα να το αντέξω. Όμως έφερα στο νου μου όσα λέγανε οι παλιότεροι ναυτικοί, πως αν και δεν υπάρχει τρικυμία ή καταιγίδα που να φοβάται ένας ναυτικός περισσότερο από τα στοιχειά της Μαύρης θάλασσας, εν τέλει αν κάποιος τυχερός δει ένα από αυτά, η υπόλοιπη του ζωή ακολουθείται από καλοτυχία.
Μ’ αυτό το σκεπτικό πως εγώ συναντήθηκα με το στοιχειό του Ποσειδώνια έστω στη μορφή μιας μεγάλης καταιγίδας, ίσως έλαχε σε μένα η μοίρα τούτης της τύχης, κατά πως έλεγε ο θαλασσινός θρύλος.
Υ.Γ.
Από εκείνο τον καιρό, πρόσεξα ότι στα δύσκολα της ζωής μου, συνήθως είχα το Θεό μαζί μου που με βοηθούσε, είχα μια τύχη καλή που με ακολούθησε ως την τωρινή ζωή μου.