Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τρομακτικές θερμοκρασίες άνω των 50 βαθμών Κελσίου καταγράφονται πολλές φορές σε χώρες της Μέσης Ανατολής, χώρες που τα εδάφη τους σκεπάζονται από την ζεστή άμμο της Ερήμου.Ο καυτός ήλιος και η ασφυκτική ζέστη το καλοκαίρι, κάνουν τη ζωή των κατοίκων αφόρητη και πολύ δύσκολη. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού καλύπτει με ρούχα το σώμα του καθόλη τη διάρκεια της μέρας φορώντας λευκές κελεμπίες, καθώς το άσπρο χρώμα διώχνει τη θερμότητα.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χωρών καλύπτεται από την έρημο Σαχάρα και είναι περιοχές αραιοκατοικημένες από ανθρώπους. Συχνά μόνο λίγα άγρια ζώα αλλά και μερικά φυτά που αντέχουν στην ξηρασία αποτελούν τους μόνους κατοίκους.
Παλιότερα στα Αρχαία χρόνια, στην έρημο της Σαχάρα υπήρχε αρκετό νερό που σχημάτιζε μεγάλα ποτάμια που κατά μήκος τους υπήρχε πολλή βλάστηση και ζωή, αλλά στα εκατομμύρια χρόνια που πέρασαν, οι κλιματικές αλλαγές και οι μεγάλοι σεισμοί τα άλλαξαν όλα.
Σήμερα, λένε οι επιστήμονες, πως όλα τα ποτάμια που κυλούσαν  πάνω σ’ αυτή τη γη, πήραν καθίζηση και τώρα κυλούν υπόγεια, κάτω στα έγκατα της χωρίς να μπορεί ο άνθρωπος να τα εκμεταλλευτεί, καθώς είναι πολύ βαθιά και ασύμφορη η εκμετάλλευση τους.

Ως μέρος αυτής της περιοχής, η Σαουδική Αραβία είναι χώρα που μόλις φτάσει κάποιος νιώθει αμέσως μια αίσθηση άλλη. Μια αίσθηση διαφορετική, επικίνδυνη και θανατερή όπως την επικίνδυνη έρημο που την περιβάλει, καθώς σ αυτή τη χώρα πολύ εύκολα εφαρμόζεται η θανατική ποινή επί των ανθρώπων ντόπιων και ξένων.
Στις πλατείες τις καθημερινές μέρες περπατά ο κόσμος αμέριμνος και τα παιδιά παίζουν μπάλα και άλλα παιχνίδια, αλλά τις Παρασκευές γίνονται εκτελέσεις ανθρώπων δια αποκεφαλισμού, για εγκλήματα κατοχής ναρκωτικών ή ληστειών, αλλά κυριότερα για περιφρόνηση της θρησκείας, αφού έχουν πολύ ανεπτυγμένο το θρησκευτικό αίσθημα καθώς η χώρα είναι το λίκνο του Μουσουλμανισμού και η πατρίδα του προφήτη Μωάμεθ. Είναι αδικήματα που επισύρουν την ποινή του θανάτου δια αποκεφαλισμού σε δημόσιους χώρους για παραδειγματισμό.

Εκείνους τους καιρούς πριν το 1980, η ζωή για τους ντόπιους κατοίκους και τους ξένους επισκέπτες ήταν πολύ δύσκολη και καταπιεστική από τις Αρχές της χώρας, με εξαίρεση τους  ναυτικούς που εργάζονταν σε Ελληνικά βαπόρια καθώς οι Σαουδάραβες είχαν σε πολλή εκτίμηση τους Έλληνες. Υπήρχε βαθιά εκτίμηση σε ότι Ελληνικό, και ένας απεριόριστος σεβασμός για τη φυλή των Ελλήνων. Αυτό πρόσεξα και εισέπραξα από τους ντόπιους κατοίκους από το πρώτο μου κιόλας ταξίδι, αυτό μου εξήγησαν επίσης πως συνέβαινε οι παλαιότεροι ναυτικοί που ήξεραν καλύτερα. Σκέφτηκα πως ίσως μας θαύμασαν και μας εκτίμησαν ως Ελληνικό λαό, ένεκα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που κατέκτησε τη χώρα τους και τους εμφύτευσε το Ελληνικό πνεύμα.
Στη Σαουδική Αραβία οι κάτοικοι ασχολούνται με την παραγωγή και καλλιέργεια μαργαριταριών, καθώς και με την επεγεργασία φοινίκων, αφού ως έρημος χώρα, στο έδαφος της ευδοκιμούν πολύ τα φοινικόδεντρα. Ασχολούνται όμως, κυρίως με την εξόρυξη πετρελαίου που υπάρχει απεριόριστο και το οποίο εξάγουν στον υπόλοιπο κόσμο. Στο μεγάλο λιμάνι της πόλεως Νταμάμ που ευρίσκεται στο κέντρο του Περσικού κόλπου, υπάρχουν  εγκατεστημένα μεγάλα Τέρμιναλς εξαγωγής πετρελαίου. Τεράστιες
σιδερένιες κατασκευές που εισχωρούν σε βάθος στη θάλασσα, αποτελούν μεγάλους τεχνητούς βραχίονες, όπου δένουν τα πλοία για να φορτώσουν το πολύτιμο υγρό. Σε ένα από αυτά τα ντοκ έδεσε το πλοίο μας για να φορτώσουμε μαζούτ.
Ερχόμασταν από την Ιαπωνία. Ταξιδεύσαμε στο Ναγκασάκι ένα από τα καλύτερα φυσικά λιμάνια στο νησί Κιουσού, της παλιάς πόλης των Σογκούν και των Σαμουράι.
Μεταφέραμε εκεί ένα φορτίου μαζούτ, και αφού γρήγορα ξεφορτώσαμε, γρήγορα αναχωρήσαμε για τον Περσικό κόλπο. Πλέοντας τον Ινδικό ωκεανό φτάσαμε στον κόλπο του Ομμάν, το βορειοδυτικό τμήμα της Αραβικής χερσονήσου που ενώνεται μαζί του μέσω των στενών Ορμούζ.
Ο Περσικός ή Αραβικός Κόλπος, είναι σημαντικός για την παγκόσμια οικονομία καθώς τεράστια φορτία πετρελαίου μεταφέρονται από εκεί. Ενώνει την Αραβία με τον Ινδικό ωκεανό, και γεωγραφεί τα παράλια των ακτών του δυτικού Ομάν, του Κατάρ, του Μπαχρέιν, της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών εμιράτων, και μέρους του Ιράκ και της Περσίας.
Η κίνηση των πλοίων στα στενά ήταν αυξημένη εκείνο τον καιρό, γι αυτό πλέαμε με προσοχή και αργή ταχύτητα.
Η θάλασσα ήταν γαλήνια και ακίνητη, σε ένα χρώμα θολό και άσπρo, ίδιο με της ερήμου. Ο καιρός είχε αλλάξει, η πελαγίσια δροσιά σιγά χανόταν, και μια ζεστή αύρα στεριανή φυσούσε στον αέρα που όσο πλέαμε γινόταν εντονότερη. Ο αέρας που φυσούσε αργά, κουβαλούσε μαζί του τις ψηλές θερμοκρασίες από τα βάθη της ερήμου της Σαχάρας, δημιουργώντας μια θολή άχνα στην ατμόσφαιρα.
Σε λίγη ώρα νιώσαμε τον καιρό να εχει αλλάξει τελείως και να έχει γίνει αφόρητα θερμός και ανυπόφορος.
Ήταν ένας ξηρός και καυτός αέρας που ερχόταν από τη μεγάλη έρημο που στο πέρασμα του γέμιζε την ατμόσφαιρα άμμο και σκόνη.
Ήταν ένας σιρόκος καυτερός και επικίνδυνος όπως το Λίβα που καίει τα σπαρτά, ίδιος και αυτός που όταν φυσά, προκαλεί καταστροφές.
Ήταν ο Σορόκος ένας άνεμος που πνέει από νοτιοανατολικές διευθύνσεις, που ξεκινώντας συνήθως από τη Σαχάρα διασχίζει τη  Βόρεια Αφρική, διέρχεται της Μεσογείου όπου γίνεται υγρός, και τοιουτοτορόπως προκαλεί βροχές και ομίχλες. Κινείται με ταχύτητα 55 κόμβων, και το φύσημα του διαρκεί από μισή μέρα έως και αρκετές.

Από το φινιστρίνι παρακολουθούσα τους ναύτες να καλάρουν τους κάβους φορώντας χοντρά γάντια στα χέρια για να μην καίγονται αφού όλο το κατάστρωμα είχε θερμανθεί σε μέγιστο βαθμό από τον καυτό σορόκο. Η καμπίνα μου ήταν ψηλά τοποθετημένη, και έχοντας πανοραμική θέα, παρακολούθησα το πλοίο υπό την καθοδήγηση του πιλότου να πλευρίζει και να δένει στην προκυμαία. Έβλεπα τους εργάτες να περνούν τα λασκαρισμένα παλαμάρια στις δέστρες, και τους ναύτες στο βαρούλκο να τα καργάρουν ώσπου σιγά και σταθερά, το πλοίο να κολλά στο ντόκο δεμένο σφικτά και ασφαλισμένο.
Αφού δέσαμε στο μεγάλο βραχίονα, η ματιά μου γύρισε προς τη στεριά και είδα λίγο μακρύτερα μια έρημη γη χωρίς σπίτια και υποδομές, εκτός από ένα ίσιο και πλατύ δρόμο μαύρο σαν φίδι που άρχιζε από την ακτή και χανόταν στο βάθος της ερήμου.
Κοιτώνες, αποθήκες, γραφεία, και εγκαταστάσεις μηχανημάτων και αντλιών για το πετρέλαιο, ήσαν κατασκευασμένες πάνω στις τεχνητές μεγάλες εξέδρες και στους βραχίονες που τις πλαισίωναν και μαζί αποτελούσαν ένα τεράστιο πλωτό τεχνητό λιμάνι που το συγκρατούσαν βαρίδια και άγκυρες ακίνητο πάνω στη θάλασσα. Ήταν μια τεράστια πλωτή εξέδρα με όλες τις υποδομές και εγκαταστάσεις μιας λιλιπούτειας πόλεως, με ελικοδρόμιο και τεράστια μηχανήματα εξόρυξης και άντλησης πετρελαίου.
Στη συνέχεια του βραχίονα που είχαμε δέσει, λίγο μακρύτερα μερικές εκατοντάδες μέτρα, είδα δεμένο ένα πλοίο τάνκερ με μεγάλη βύθιση στο νερό, σημάδι πως σχεδόν είχε φορτώσει. Πάνω στη τσιμινιέρα ήταν το σήμα της ιδιοκτήτριας εταιρείας κάποιου Έλληνα εφοπλιστή, σημάδι πως το περισσότερο πλήρωμα αποτελείτω από Έλληνες. Σκέφτηκα αμέσως μήπως υπήρχε και κάποιος Κύπριος. Απουσίαζα πολύ καιρό από την Κυπρο, και είχα επιθυμήσει να μάθω νέα και ειδήσεις για τον τόπο μου. Ήταν μια περίοδος μετά το 1974 και την Τούρκικη εισβολή, και είχα ανησυχία πώς να περνούσε ο κόσμος στη μοιρασμένη μου πατρίδα. Σκέφτηκα ακόμα, μήπως συναντήσω κάποιο χωριανό μου. Από τη Χλώρακα το μικρό χωριό μου, λίγο καιρό νωρίτερα από μένα, είχαν φύγει για τα καράβια δυο νεαροί χωριανοί μου. Έφυγε πρώτα ο Πασχαλάκης ο Φουαρτάς, και λίγο αργότερα ο Γιαννάκης ο Πολεμίτης που πήγε να τον συναντήσει. Ήταν και οι δυο
μεγαλύτεροι μου και σκέφτηκα πως, εφόσον αυτοί δεν φοβήθηκαν τη ξενιτιά, εγώ γιατι να τη φοβηθώ; Έτσι με αυτούς ως παράδειγμα, πήρα τη μεγάλη απόφαση και μπαρκάρησα. Έφυγα από τον τόπο μου, και τώρα νάμαι εδώ, στη μακρινή γη να στέκω στο ψηλό κατάστρωμα του πλοίου και να φαντάζομαι μήπως στο άλλο πλοίο συναντήσω τους χωριανούς μου.

Κούνησα το κεφάλι πέρα δώθε για να ξεφύγω από τους νοσταλγικούς μου στοχασμούς. Αν ήταν δυνατό… ξανασκέφτηκα, μέσα σ’ ολόκληρο τον κόσμο μόνο γιατι το είχα επιθυμήσει, να συναντούσα κάποιον από το χωριό μου. Στη γη ζουν περίπου επτά δισεκατομμύρία άνθρωποι, και εγώ καταγόμουν από ένα μικρό χωριό μόλις χιλίων πεντακοσίων κατοίκων. Ένα πολύ φτωχό μέρος για να μπορέσει εκείνους τους δύσκολους καιρούς κάποιος εύκολα να βρει εργασία, ότι εργασία. Γι αυτό καποιοι νέοι που τολμούσαν, ξενιτεύονταν, πήγαιναν πολύ μακριά από τον τόπο τους με μια ελπίδα, για ένα καλύτερο αύριο. Ο Πασχαλάκης και ο Γιαννάκης σκέφτηκαν να φύγουν στα καράβια, και όταν με το καλό θάπιαναν Αμερικάνικο λιμάνι, να το έσκαγαν εκεί. Σε κείνη την πλούσια χώρα της δύσης που όπως έγραφαν οι εφημερίδες και έδειχναν οι ταινίες στα σινεμά, ήταν χώρα της επαγγελίας, πλούσια και με πολλές ευκαιρίες.
Με αυτό το όνειρο ο Πασχαλάκης αποφάσισε να ξενιτευτεί, με αυτές τις σκέψεις τον ακολούθησε ο φίλος του. Το ίδιο μετά από καιρό, ίσως δυο χρόνια και περισσότερο, έκαμα και εγώ.
Έφυγαν λοιπόν, και κανείς δεν είχε νέα τους. Ούτε φίλοι, ούτε συγγενείς γνώριζαν για τη τύχη τους. Σκέφτηκα πως ήδη θα είχαν εγκατασταθεί στη ξένη χώρα, σίγουρα ύστερα από τόσο καιρό θα είχαν βρει κάποιο τρόπο να τα καταφέρουν. Κάπου θα ήσαν βολεμένοι και θα έπλεναν πιάτα σε κάποιο εστιατόριο. Μια δουλειά δύσκολη που κανείς δεν αγαπούσε, αλλά που είχε ζήτηση καθώς ήταν εξευτελιστική για άντρες, και γι αυτό το λόγο ήταν για όλους πάντα προσωρινή, ένα ξεκίνημα, ώσπου να τους δινόταν κάποια ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Όσοι ξενιτεύονταν σε ξένους τόπους για να βρουν ένα καλύτερο μέλλον, η Αμερική ήταν ελκυστικός προορισμός και μεγάλης προτίμησης, καθώς ήταν πλούσια χώρα. Γι αυτό οι δυο φίλοι σκέφτηκαν ότι εκεί θα πήγαιναν, και εκεί ίσως εύρισκαν μια ευκαιρία να πιάσουν την καλή, έτσι είχαν σκεφτεί και ονειρευτεί.  
  
Ο νόστος γεννήθηκε στους ταξιδευτές του κόσμου που έφυγαν από τις φτωχές πατρίδες τους για μια καλύτερη μοίρα. Ποτίστηκε και θέριεψε με τον ιδρώτα και το αίμα τους ως αντιστάθμισμα για λίγη ελπίδα στη ζωή, για ψωμί και εργασία.
Σε μένα γεννήθηκε και ρίζωσε όταν ξεκίνησα το μεγάλο μου θαλασσινό ταξίδι και το σεριάσνιμα στον κόσμο, έχοντας ελπίδα στην καρδιά για ένα καλύτερο μέλλον.
Έτρεχαν οι σκέψεις μου, οι θύμισες με πήγαιναν στο χωριό μου, και μια θλίψη με κυρίευσε καθώς είχα πολύ καιρό να επικοινωνήσω με τους δικούς μου ανθρώπους. Είχα ξενιτευτεί με μόνο λόγο την εξεύρεση εργασίας, και τώρα μέσα στην ερημιά της Αραβίας με έπιασε μια αφόρητη επιθυμία για ότι είχα αφήσει πίσω μου. Μια μεγάλη νοσταλγία που πονούσε σαν κοφτερή μαχαιριά, που μόνο όσοι έχουν ξενιτευτεί γνωρίζουν. Μια νοσταλγία για τους αγαπημένους τόπους και ανθρώπους, φίλους, αδέρφια και συγγενείς, ένας νόστος πικρός και οδυνηρός.
Με θολωμένο το μυαλό από τις μνήμες, κατέβηκα στο κατάστρωμα και τα βήματα μου με οδήγησαν στην πλώρη του πλοίου, στο ακρινό μέρος που γειτόνευε κοντύτερα με το πλοίο που ήταν δεμένο μπροστά, λίγο πιο πέρα.
Σήκωσα το χέρι αντήλιο κι’ αγνάντεψα με προσοχή παρατηρώντας στην κουβέρτα, προσπαθώντας να διακρίνω ανθρώπους να κινούνται. Η άχνη στην ατμόσφαιρα κυμάτιζε από τις ψηλές θερμοκρασίες και μου περιόριζε την όραση. Προσεχτικά κοιτώντας, σε λίγο ξεχώρισα ένα ναύτη σκυφτό δίπλα στο κατάρτι με τον καυτό ήλιο να τον χτυπα ανελεητα, να ματσακονίζει με δύναμη τη σκουριά, ενώ ταυτόχρονα στα αφτιά μου έφτανε δυνατός ο ήχος του χάλκινου ματσακονιού που χτυπούσε πάνω στις χοντρές λαμαρίνες του καταστρώματος. Κάθε λίγο σταματούσε και με ένα κομμάτι ρούχο που κρατούσε στο άλλο χέρι, σκούπιζε τον ιδρώτα που κυλούσε ασταμάτητα στο γυμνό κορμί του. Ήταν μεγάλη η ζέστη, και ο σιρόκος που φυσούσε ελαφριά, έκανε την θερμοκρασία ανυπόφορη και αβάσταχτη. Όμως ο ναύτης συνέχιζε να χτυπά, ήταν σκληροτράχηλος και είχε μεγάλες αντοχές, καθώς οι ναυτικοί για μήνες και χρόνια κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες σε ζέστη και σε κρύο, σκληραγωγούνται και μαθαίνουν να υπομένουν και να επιμένουν στα δύσκολα, έχοντας εκ της φύσεως του επαγγέλματος τους να αντιπαλέψουν με τα άγρια στοιχεία της φύσης και της θάλασσας.…

Η πλώρη κάτω από τα πόδια μου ήταν απέραντα ψηλή, πολλά μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, γιατί το πλοίο είχε ξεσαβουρώσει και ήταν έτοιμο να φορτώσει αργό πετρέλαιο. Η θάλασσα ακίνητη σαν καθρέφτης γιάλλιζε και αντανακλούσε τον ήλιο προς τα πάνω, ενώ μέσα στα νερά της, τα ψάρια φαίνονταν ολοκάθαρα να πλέουν γύρω στις λαμαρίνες του πλοίου ψάχνοντας τροφή.
Γύρισα προς την πρύμη, και περπάτησα ως τη μέση του πλοίου όπου εκεί οι ναύτες είχαν κρεμάσει μια ανεμόσκαλα. Έβαλα το πόδι μου στο πρώτο σκαλοπάτι και κρεμάστηκα πάνω της. Με πολλή προσοχή κατέβηκα από το πλοίο. Η ζέστη ήταν αφόρητη και λογικά θα έπρεπε να έμενα στην καμπίνα μου ή στην καφετερία, αλλά αποφάσισα να πάω ως πέρα στο άλλο πλοίο, να πω ένα για στον ναύτη που ματσαγγόνιζε με μανία τις λαμαρίνες.
Χωρίς ιδιαίτερο λογο, ένα συναίσθημα ανεξήγητο με παρότρυνε να πάω να τον χαιρετήσω. Ήταν ένα προαίσθημα ασυνήθιστο που με ωθούσε και με έσπρωχνε να το κάμω. Έτσι ασυναίσθητα τα βήματα μου με οδήγηύσαν εκεί, όπως μέσα μου κάτι μου φώναζε να πάω εκεί.
Πήγα λοιπόν εκεί που δούλευε ο ναύτης, και δρασκελίζοντας τα χαμηλά ρέλια, ανέβηκα στην κουβέρτα. Προχώρησα προς το μέρος του και τον χαιρέτησα με δυνατή φωνή για να επισκιάσω το θόρυβο του ματσκονιού, και να με ακούσει. Ξαφνιασμένος από τη δύναμη της φωνής μου γύρισε απότομα προς το μέρος μου. Αυτό που είδα με ξάφνιασε, δεν ήθελα να το πιστέψω. Το ίδιο ξαφνιάστηκε κι’ αυτός που με είδε…, ήταν ο Πασχαλάκης…

Είναι λοιπόν η ζωή του ναυτικού όλο εκπλήξεις, αφόρητη και αδυσώπητη, είναι ακόμα σκληρή, γεμάτη κινδύνους και νοσταλγία για τον τόπο του και τους ανθρώπους που άφησε πίσω του.