ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ

Το πλοίο της εταιρείας Σταύρου Νιάρχου «ΕΥΓΕΝΕΙΑ» ένα γερό καλοτάξιδο τάνκερ 70,000 τόνων, έπλεε τα τρικυμιώδη νερά του Ατλαντικού χωρίς μεγάλους κλυδωνισμούς καθώς το σαβούρωμα ήταν πλήρες και το πλοίο καθόταν βαθιά στα νερά χωρίς να είναι έρμαιο στα κύματα και στα ρεύματα. Θυμάμαι ήταν ένας χειμώνας βαρύς, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Ταξιδεύαμε από το Βόρειο Ατλαντικό προς το Νότιο και ακολούθως για τον Ινδικό με προορισμό τον Περσικό κόλπο για να φορτώσουμε, κάνοντας το γύρο της Αφρικής καθώς η διώρυγα του Σουέζ ακόμα δεν είχε ανοίξει, όταν ξαφνικά λάβαμε διαταγή να πλεύσουμε προς τα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά για κάποιες μικροδιορθώσεις κυρίως βάψιμο στα ύφαλα μέρη, καθώς η εταιρεία δεν είχε προς το παρόν ναύλο κλεισμένο.
Το πλήρωμα αποτελείτο από διάφορες φυλές, αλλά τα περισσότερα μέλη ήσαν Έλληνες εξ Ελλάδος. Ακούοντας λοιπόν την είδηση ότι πάμε Ελλάδα και θα μπορούσαν να περάσουν τις εορτές των Χριστουγέννων παρέα τις οικογένειες τους, η ευτυχία τους ήταν μεγάλη και η χαρά τους μεγαλύτερη. Με χαρούμενες φωνές και ζητωκραυγές δέχτηκαν την είδηση και τα πρόσωπα τους έλαμψαν και τα χαμόγελα απλώθηκαν στα πρόσωπα τους. Το απόγευμα μετά τη σχόλη, έστησαν γιορτή στη μεγάλη τραπεζαρία του πληρώματος, και με διαταγή του Καπετάνιου ο δεύτερος έβγαλε δωρεάν ποτά από το τράνζιτ, και ο στούαρτ ξηρούς καρπούς και ένα σωρό καλοφαγίες, δώρα χαράς και γιορτής. Το ποτό έρεε άφθονο, αλλά από την πολλή χαρά κανείς δεν μεθούσε, μόνο περισσότερο νοσταλγούσε την πατρίδα. Όλο το πλήρωμα αξιωματικοί και απλοί ένα συνονθύλευμα διασκέδασης, χαιρόντουσαν και γιόρταζαν την ευχάριστη είδηση του γυρισμού.
-Εις υγείαν,
έλεγε ο καπετάνιος,
-εις υγείαν,
απαντούσε ο μούτσος, και τσούγκριζαν τα ποτήρια.
Σε μια στιγμή ένας τρίτος μηχανικός Κρητικός, ο Μηνάς καθώς ακόμα θυμάμαι το όνομα του, ευγενής και διανοούμενος, σηκώθηκε και έκανε μια μακροσκελή πρόποση, που εν μέσω πολλών είπε,
-Ο Άγιος Βασίλης τα Χριστούγεννα φέρνει δώρα στα παιδιά, αλλά εφέτος έφερε και σε εμάς.
Ναι, σκέφτηκα εγώ, ήταν ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο θαύμα, που το ζούσαμε όλοι. Νοιώθαμε όμορφα, και όλα γύρω τα βλέπαμε λαμπερά, γιατί είναι μεγάλο πράγμα και πολύ υπέροχο, ο ναυτικός να ξυπνά Χριστούγεννα στο σπίτι του με την οικογένεια του. Είναι μια αφόρητη χαρά που την βιώνουν ιδιαίτερα όσοι είναι αναγκασμένοι να ζουν μακριά από τις οικογένειες τους, ειδικά οι Ναυτικοί που τους έταξε το επάγγελμα να διαβιούν πολλές γιορτές μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Πλέαμε έχοντας δεξιά μας τον απέραντο Ατλαντικό ωκεανό, και αριστερά μας τα στενά του Γιβραλτάρ όταν λάβαμε το μήνυμα για τον νέο μας προορισμό. Κλώσαμε αριστερά και μπήκαμε στη Μεσόγειο, την μεγαλύτερη κλειστή θάλασσα του κόσμου που περιβάλλεται από τις τρεις ηπείρους της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Διασχίσαμε όλη τη μακρόστενη λωρίδα με τα καταγάλανα νερά, με δελφίνια να μας συνοδεύουν και γλάρους να μας συντροφεύουν. Προσπερνώντας και αφήνοντας πίσω μας τις χώρες του Μαρόκου, της Αλγερίας, της Λιβύης, της Τυνησίας και τέλος τη Μάλτας που πλέαμε σε απόσταση ορατότητας, μπήκαμε στο Ιόνιο Πέλαγος.

Τα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά ήταν οι μεγαλύτερες και παλαιότερες σύγχρονες ναυπηγικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα και ιδρύθηκαν το 1958 από τον εφοπλιστή Σταύρο Νιάρχο δηλαδή τον μάστρο μας, για την κατασκευή και συντήρηση των πλοίων του, αλλά και τις μετασκευές των μεταχειρισμένων σκαφών που η ναυτιλιακή του εταιρία αγόραζε. Ήταν κοντά σε Αθήνα και Πειραιά, έτσι η πρόσβαση μας στις δύο μεγαλουπόλεις ήσαν πολύ εύκολες.
Μπήκαμε στο λιμάνι του Σκαραμαγκά και δέσαμε στο μόλο ώσπου να αδειάσει κάποια δεξαμενή για να εισέλθουμε εντός.  Οι δεξαμενές είναι μεγάλες στενές λίμνες που μόλις χωρούν μέσα τα μεγάλα πλοία, και υποστηρίζονται από μεγάλους γερανούς. Όταν το πλεούμενο μπει μέσα, κλείνουν στεγανά και αδειάζουν από νερό. Έτσι το πλοίο μένει μετέωρο και στερεωμένο, ώστε οι μηχανικοί να μπορούν να δουλέψουν στα εξωτερικά του μέρη χωρίς να εμποδίζονται από το νερό.
Όλο το πλήρωμα με πολλή βιάση έβαλε τα καλά του και βιαστικά έσπευσαν όλοι να βγουν στη στεριά. Να τρέξουν να πάνε στις οικογένειες τους, άλλοι μακριά και άλλοι κοντά. Είχε κανονίσει ο Καπετάνιος την επόμενη μέρα να ερχόντουσαν πίσω μόνο όσοι ήσαν απαραίτητοι για να οδηγήσουμε το πλοίο στη δεξαμενή. Μετά θα κάναμε blackout, και θα εγκαταλείπαμε το πλοίο.

Εφ όσον χρειαζόταν ακόμη να κάνουμε κάποιες κινήσεις την επομένη για να ελλιμενίσουμε το πλοίο στη δεξαμενή, το μηχανοστάσιο έμεινε σε λειτουργία. Εγώ ως Κύπριος που το σπίτι μου ήταν μακριά, επιλέγηκα να κάνω τη νυχτερινή βάρδια χωρίς να διαμαρτυρηθώ, με ένα θερμαστή. Με τον ίδιο τρόπο επιλέγηκε και ένας ναύτης για να προσέχει στην κουβέρτα και στη γέφυρα. Οι υπόλοιποι βγήκαν έξω με συγγενείς κάποιων εξ αυτών να τους περιμένουν κάτω από την ψηλή σκάλα καθώς είχαν ειδοποιηθεί και είχαν προστρέξει να υποδεχτούν τους αγαπημένους τους.

Την άλλη μέρα το πρωί, ήρθε πίσω ο καπετάνιος, ο ύπαρχος, ο λοστρόμος, ο πρώτος και ο δεύτερος μηχανικός. Υπό την καθοδήγηση του πιλότου των ναυπηγείων και με τη βοήθεια λάντζας καθώς και κάποιων μικρών κινήσεων της μηχανής, βάλαμε το πλοίο στη δεξαμενή. Μετά ξεκινήσαμε να κάνουμε black out, δηλαδή σβήσαμε όλα τα μηχανήματα και την ηλεκτρογεννήτρια. Αφήσαμε το πλοίο ένα κουφάρι σκοτεινό χωρίς λειτουργία, και το εγκαταλείψαμε. Θα πηγαίναμε στα γραφεία της εταιρίας κάτω στην ακτή Μιαούλη στον Πειραιά, όπου θα εξοφλούμασταν, και όσοι από εμάς θα επιθυμούσαν να συνέχιζαν τη σύμβαση τους, θα στέλλονταν σε άλλα πλοία, ή μπορούσε να περιμένει το πέρας των εργασιών στο «ΕΥΓΕΝΕΙΑ» και να συνεχίσει το μπάρκο του.

Εφ’ όσον κανείς δεν με περίμενε, δεν βιάστηκα να εγκαταλείψω το μέρος. Ήθελα να παρακολουθήσω τη διαδικασία αδειάσματος του νερού από τη δεξαμενή, ήθελα το πλοίο που έζησα σε αυτό σχεδόν ένα χρόνο, να το δω έξω από το νερό, στις πραγματικές του διαστάσεις και σε όλο του το μεγαλείο.
Όταν το νερό άδειασε και φάνηκε ολόκληρο, το θέαμα ήταν εντυπωσιακό και λίγο φοβερό, αφού στέκοντας σχεδόν στη βάση και κοιτάζοντας προς τα πάνω το δυσθεώρατο του ύψος, το θέαμα προκαλούσε δέος. Ένα μεγαθήριο που άγγιζε τα όρια της μεγαλειότητας καθώς είχε μήκος περισσότερο από 300 μέτρα και ύψος περίπου10 έως τη κουβέρτα, και άλλα πολλά έως τη γέφυρα.
Έμεινα πολλή ώρα να το αποθαυμάζω, και παρακολούθησα τους εργάτες που άρχισαν με τα τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα να αρχίζουν να επιθεωρούν και να εργάζονται στις χοντρές λαμαρίνες που για χρόνια μέσα στο αλμυρό νερό, είχαν αρχίσει να σκουριάζουν και χρειάζονταν ματσαγκόνισμα και καινούργιο μπογιάτισα.
Στην πολλή ώρα κουράστηκα, και πετάχτηκα απέναντι σε ένα υψωματάκι σε μια καντίνα του ναυπηγείου, και κάθισα σε ένα τραπεζάκι έξω στη βεράντα, παρακολουθώντας τα απέραντα ναυπηγεία κάτω από τα πόδια μου να σφύζουν από ζωή και οι εργάτες και οι μηχανικοί, να εργάζονται σαν μέλισσες.
Το μεσημέρι περασε, είχε φτάσει απόγευμα, και εγώ ακόμα μόνος εκεί καθήμενος έχοντας ένα ωραίο αίσθημα νιώθοντας το στέρεο έδαφος χωρίς να ταρακουνιέμαι από τη θάλασσα, έπινα την τέταρτη μου μπύρα με το μυαλό μου να είναι λίγο ζαλισμένο από τον ζύθο, και χαλαρά να ταξιδεύει κάνοντας σκέψεις για το μέλλον του τι θα ήθελε γίνει.

Ζήτησα από τον μαγαζάτορα να μου καλέσει ένα ταξί, και κίνησα για τον Πειραιά. Σε μια πάροδο της Ακτής Μιαούλη, σε λίγα μέτρα, υπήρχε η «Βοσκοπούλα» μια καφετέρια που σύχναζαν μόνο ναυτικοί, και ήταν στέκι όλων των Κύπριων που εργάζονταν στα βαπόρια. Πάντα με την ελπίδα να συναντήσω ένα γνωστό, ή έστω να μάθω νέα για την Κύπρο καθώς τα πράγματα στο δύσμοιρο νησί ήταν δύσκολα μετά τον πόλεμο με τους Τούρκους, όταν ήμουν ξέμπαρκος καθημερινά την άραζα εκεί.

Το σκοτάδι είχε πέσει και ο κόσμος περπατούσε βιαστικός, θέλοντας οι απλοί πολίτες να εγκαταλείψουν το μέρος γιατί πέφτοντας το βράδυ, η περιοχή γέμιζε μαυριδερούς αλλοδαπούς και νυχτόβιους ανθρώπους του υποκόσμου, καθώς παράλληλη της Μιαούλη ήταν η οδός Τρούμπας, η πάλαι ποτέ ξακουστή περιοχή η γεμάτη με καμπαρέ και ύποπτους μαστροπούς που στημένοι στις γωνιές έψαχναν τη λεία τους.
Μπήκα στη «Βοσκοπούλα» και κοίταξα ένα γύρο, αλλά δεν είδα κάποιον γνωστό μου. Κάθισα σε ένα τραπεζάκι και παρήγγειλα ένα μεγάλο δροσερό μουχαλλεπί γλυκό με ζάχαρη και τριαντάφυλλο, και μπόλικο ροδόστεμμα με μεθυστικό άρωμα.
Απολαμβάνοντας το γευστικό Κυπριακό έδεσμα, παρακολουθούσα τους γύρω μου να κουβεντιάζουν. Μετά από καιρό άκουα ξανά την Κυπριακή λαλιά να ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μου, μια μελωδική γλώσσα με ποιητικές ομοιοκαταληξίες, μια γλώσσα που οι ιστορικοί ισχυρίζονται ως μια μοναδική Αρχαία ζωντανή διάλεκτο.

Ο κόσμος μπαινόβγαινε, και εγώ τούς παρακολουθούσα. Είχα όλο τον καιρό του Θεού μαζί μου, δεν βιαζόμουν. Έβλεπα πολλούς να μπαινοβγαίνουν, όλων των ειδών, αμούστακοι νεαροί και μεσήλικες, καλοντυμένοι και κακοντυμένοι, χαμογελαστοί και θλιμμένοι. Με ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων ο καθένας τα δικά του, άλλοι χαρούμενοι γιατί έπιασαν στεριά και άλλοι λυπημένοι γιατί θα έφευγαν σε μακρινά μπάρκα. Πρόσωπα σκληροτράχηλα μα και μαλθακά, πρόσωπα σκαμμένα από τον Ήλιο και την αλμύρα, ή χλωμά από την καταχνιά της μηχανής. Ήμουν παρατηρητικός και μου άρεσε να παρακολουθώ τα πλήθη.
Έκατσα έτσι αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά και αναπάντεχα είδα στην είσοδο να μπαίνει ο θείος μου ο μικρός αδερφός του πατέρα μου, ο Νικολής. Ξαφνιασμένος του έβαλα φωνή και αυτός βλέποντας με, χωρίς να ξαφνιαστεί καθώς ήξερε πως δούλευα στα καράβια σε αντίθεση με μένα που δεν γνώρα τι γύρευε αυτός στα ξένα, ήρθε κοντά μου.
Κάτσαμε πολλή ώρα και τα είπαμε . Οι κουβέντες ατελείωτες, τα ερωτήματα πολλά. Του είπα για μένα και μου είπε γι αυτόν.

Ένεκα του πολέμου οι δουλειές στο νησί ήσαν λίγες. Ήταν καλός κτίστης και στο επάγγελμα του υπήρχε ζήτηση ένεκα των συνοικισμών που έκτιζε η κυβέρνηση για τους πρόσφυγες, αλλά οι απολαβές ήσαν πενιχρές. Έτσι αποφάσισε και μπαρκάρισε στα καράβια ως μούτσος, σε ένα μικρό πλοίο που έκανε λαθρεμπόριο τσιγάρων στη Μεσόγειο. Επικίνδυνη δουλειά καθώς άμα πιάνονταν θα κατέληγαν σε φυλακές για ατελείωτα χρόνια, αλλά ριψοκίνδυνος όντας, δεν δίστασε το ρίσκο. Ψηλός και λοκατζής στο στρατό όπου υπηρέτησε, είχε απόλυτη εκπαίδευση για μάχες σώμα με σώμα, ή και με όπλα. Σε ένα επεισόδιο στο πλοίο όπου ένας αράπης δοκίμασε να μαχαιρώσει τον καπετάνιο, μπήκε στη μέση και αρπάζοντας τη λεπίδα με τη χούφτα του, ακινητοποίησε και συνέλαβε τον επικίνδυνο δράστη.
Στα πλοία αυτού του είδους, μπαρκάριζε κάθε καρυδιάς καρύδι, κάθε εγκληματίας και παράνομος. Ήταν επικίνδυνη η ζωή, και πολλοί εξαφανίστηκαν μέσα στα βαθιά νερά της θάλασσας χωρίς να βρεθούν ξανά.
Ο καπετάνιος ήταν σκληρός και απάνθρωπος με σκληρές συμπεριφορές, έτσι που έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο, ώστε αμέσως πρόσλαβε τον θείο μου ως σωματοφύλακα του, και τον προήγαγε σε ανθυποπλοίαρχο με έναν παχουλό μισθό.
Ζήλεψα την τύχη του, γιατί εγώ με υπηρεσία περισσότερο από δύο χρόνια στα καράβια του Σταύρου Νιάρχου, ήμουν ακόμα δόκιμος. Σ’ αυτή την εταιρεία συνήθιζαν να μην δίνουν προαγωγές σε πρακτικούς ναυτικούς, γιατί είχαν τη δική τους Ναυτική σχολή που έβγαζε όλων των ειδών ειδικότητες. Έτσι ακούοντας το Νικολή με πόση ευκολία προήχθη σε αξιωματικό, αποφάσισα να ζητήσω από τον υπεύθυνο προσωπικού της εταιρείας προαγωγή, ειδάλλως θα άλλαζα εταιρία.

Ο ουρανός στον Πειραιά ήταν συννεφιασμένος και σκοτεινός χωρίς άστρα ίσως έτοιμος να βρέξει, αλλά η Ακτή Μιαούλη και οι πάροδοι ήσαν ολοφώτεινοι από τις ταμπέλλες νέον των αμέτρητων καταστημάτων και τους μεγάλους λαμπτήρες στους στύλους του ηλεκτρικού διχτύου, που φώτιζαν φαντασμαγορικά όλους τους δρόμους.
Μέσα από τους πολύβουους δρόμους, από το καφενείο της Βοσκοπούλας, με το Νικολή ξεκινήσαμε να πάμε στο Πασαλιμάνι να δούμε ένα φίλο του που δούλευε εκεί. Θα τον συναντούσαμε, και μετά το πέρας της δουλειάς του θα μας οδηγούσε σε ένα σκυλάδικο στην Ιερά οδό όπου ήταν ταχτικός θαμώνας, και θα περνούσαμε καλά, όπως χουμίστηκε.
Το Πασαλιμάνι ή αλλιώς λιμάνι της Ζέας είναι ένα κοσμοπολίτικο μέρος του Πειραιά. Η θέα προς την ανοιχτή θάλασσα ταξιδεύει ευχάριστα τη ματιά του επισκέπτη. Σε όλη την παραλιακή ζώνη του Πασαλιμανιού, υπάρχουν εστιατόρια, ταβέρνες, καφετέριες και όλων των ειδών μαγαζιά όπου ο καθένας μπορεί να καθίσει και να απολαύσει τις ελληνικές και μεσογειακές γεύσεις με εκλεκτό Ελληνικό κρασί και ούζο, απολαμβάνοντας την υπέροχη θέα χαζεύοντας τα σκάφη, τα γιοτ και τα ιστιοπλοϊκά που δένουν στις μαρίνες ή ταξιδεύουν στα γαλήνια νερά.
Όταν φτάσαμε ήταν αργά νύχτα, αλλά το μικρό λιμανάκι ήταν ολόφωτο και έσφυζε από ζωή. Ο φίλος του θείου μου δούλευε σε ένα φαστφουντάδικο, το οποίο κυρίως πουλούσε ψητά κοτόπουλα, και αυτός με ένα μηχανάκι έκανε delivery. Ήταν ένα μικρούτσικο μαγαζάκι πάνω στο μόλο που μόλις χωρούσε μια ψησταριά, και που μόλις προλάβαινε να ψήνει και να πουλά, είχε επίσης δυο μικρά τραπεζάκια πάνω στο πεζοδρόμιο με δυο καρέκλες το καθένα. Το πεζοδρόμιο το χώριζε ένα στενό δρομάκι μονόδρομος, και αμέσως από κάτω, απλωνόταν η θάλασσα. Σε αυτό το ειδυλλιακό τόπο, όσο να περάσει η ώρα να σχολάσει ο φίλος μας, καθίσαμε στο ένα τραπεζάκι και παραγγείλαμε ένα σωστό κοτόπουλο σκέτο νέτο χωρίς άλλα συνοδευτικά, παραγγείλαμε και ένα μπουκάλι ρετσίνα. Τρωγοπίνοντας και κουβεντιάζοντας ρεμβάζαμε το ωραιότατο τοπίο της Ζέας το λιμάνι, το ξακουστό Πασαλιμάνι. Η ώρα πέρασε πολύ ευχάριστα, ήμουν και εγώ πολύ ευχαριστημένος γιατί συνάντησα μετά από καιρό έναν άνθρωπο δικό μου, ένα συγγενή μου.

Η Ιερά Οδός είναι ο αρχαιότερος δρόμος της Ελλάδας, ο εθνικός δρόμος που συνέδεε την Αθήνα με τη Βόρεια Ελλάδα΄καιτην Ήπειρο. Σήμερα ακόμα υπάρχει και είναι πολύ ξακουστός, κυρίως για τις αρχαιότητες που τον περιβάλλουν, καθώς επίσης και για τα καλύτερα νυχτερινά μαγαζιά της Αθήνας, που ευρίσκονται επ’ αυτού. Εκείνη την εποχή τη δεκαετίας του ’70, μέσα σε λυόμενες παράγκες και πρόχειρα υποστατικά, υπήρχαν πολλά καταγώγια και σκυλάδικα, και η οδός ήταν ξακουστή ένεκα αυτών.
Σκυλάδικα με την αυστηρή έννοια του όρου όπως αυτός διαμορφώθηκε στις δεκαετίες εκείνες, δεν υπάρχουν πλέον. Οι χρυσές εποχές του είδους έχουν παρέλθει, γεγονός που κάνει τους νεότερους να μην γνωρίζουν εξ ιδίοις από πρώτο χέρι τι ήταν σκυλάδικο τις παλιές εποχές. Ότι δηλαδή με τη λέξη εννοούσαν οι άνθρωποι καταγώγιο όπου μέσα ο πελάτης εύρισκε ότι ζητούσε σε σχέση με τη διασκέδαση, από γυναικεία συντροφιά έως μαστούρα, ηδονή, τέρψη, ευχαρίστηση.
Πήγε αργά η ώρα, ο καινούργιος μου φίλος σχόλασε. Πλύθηκε λίγο, έβρεξε τα μαλλιά του με λάδι και τα έκανε γυαλιστερά. Το μουσάκι του ήταν λεπτό μόλις μια γραμμή πάνω από το χείλη, έμοιαζε ίδιος με τον Κλάρκ Γκέιμπλ.
Το ταξί μας σταμάτησε έξω από μια πόρτα σκοτεινή χωρίς καμιά φωτεινή επιγραφή, σημάδι πως στο μαγαζί έρχονταν μόνο όσοι το γνώριζαν. Ήταν περασμένα τα μεσάνυχτα, και ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισα ένα μακρινάρι με τοίχους άδειους , χωρίς καμιά διακόσμηση ο χώρος, σχεδόν ένα εγκαταλειμμένο μέρος. Στο βάθος έπαιζε μια μπάντα ένα μαστούρικο τραγούδι, και σε ένα τραπέζι κάθονταν τα αφεντικά με το προσωπικό. Μόλις μπήκαμε, ήρθε ένας εξ αυτών συνοδευόμενος από έναν παλληκαρά, και μας χαιρέτισε εγκάρδια, όπως να μας γνώριζε και χτες. Όμως τον καινούργιο φίλο μας, τον γνώριζε και τον χαιρέτησε με το όνομα του. Μας έβαλαν να καθίσουμε σε μια άκρη λίγο σκοτεινιασμένη, και μας σέρβιραν με πολλή ευγένεια. Την παρέα μας ήρθε να χαιρετίσει η καλή τραγουδίστρια του μαγαζιού, την οποία καλέσαμε και κάθισε μαζί μας. Παραγγείλαμε μια μεγάλη μπουκάλα ουίσκι Jony Walker και γεμίσαμε τα ποτήρια μας. Είχαμε όρεξη να μεθύσουμε, είχαμε όρεξη να ξεπεράσουμε τα εσκεμμένα.
Παρατήρησα τον φίλο του θείου μου να σηκώνεται και να πηγαίνει στον αντικρινό τοίχο, και να σπρώχνει μια πόρτα που δεν φαινόταν στο μισοσκόταδο, ούτε είχε κάποια επιγραφή όπως τουαλέτα π.χ. Παρ’ όλα αυτά, υπολόγισα ότι μάλλον πήγε ανάγκη του. Η ώρα περνούσε όμως, και αυτός δεν φαινόταν, οπότε κατάλαβα πώς πήγε για μαστούρα.
Ο θείος μου έπιασε ψιλή κουβέντα και στενή επαφή με την τραγουδίστρια, οπότε μόνος με τον εαυτό μου βάλθηκα να ακούω τη μουσική και να παρατηρώ το μέρος.
Πέρασε η ώρα, η τραγουδίστρια κάποια τραγούδια τα είπε από το τραπέζι χωρίς να σηκωθεί, ενώ ο θείος μου ο Νικολής παρήγγειλε δεύτερο μπουκάλι, μπόλικα λουλούδια και μερικές σαμπάνιες..
Σε μια στιγμή από την πόρτα της εισόδου μπήκε μια κοπέλα με ωραιότατο σώμα, αλλά με κουτσό βήμα καθώς το ένα της πόδι ήταν πιο κοντό. Με γρήγορο βάδισμα κατευθύνθηκε στο τραπέζι που καθόταν το αφεντικό του μαγαζιού, και αλλάξανε κάποιες κουβέντες. Ύστερα γύρισε, και με γοργό περπάτημα ήρθε στο τραπέζι μας. Δεν παραξενεύτηκα γιατί κατάλαβα πως ήταν κοπέλα του μαγαζιού για κονσομασιόν. Αυτό με το οποίο εκπλάγηκα όμως, ήταν η ξετσίπωτη κίνηση της μόλις κάθισε κοντά μου.
Ήταν μια χειρονομία που πάντα έως τώρα την θυμάμαι ακριβώς όπως έγινε, σαν νάταν χτες. Την ώρα που λύγιζε το κορμί της να καθίσει στην καρέκλα δίπλα μου, ταυτόχρονα έγειρε προς το μέρος μου, και με μια απότομη κίνηση ξεγύμνωσε το στήθος της και μου έβαλε το ένα βυζί στο στόμα. Ξαφνιασμένος έμεινα ακίνητος μη ξέροντας τι να κάμω. Θυμάμαι όμως το απαλό δέρμα του βυζιού της, ένα βυζί αφράτο από τα πιο όμορφα που φίλησα στη ζωή μου. Όπως να ήταν κάτι μαγικό, με γεύση γλυκιά, μαλακή. Σαγηνεύτηκα, μαγεύτηκα, αποχαυνώθηκα, δεν ξέρω, ξέρω ότι έμεινα ακίνητος με το πρόσωπο μου ανάμεσα στα στήθη της.
Μου άρεσε και ανταποκρίθηκα στα χάδια της, σκέφτηκα ότι θα περνούσα μια πολύ ωραία βραδιά. Με τη πονεμένη μελωδία του μπουζουκιού και τα πικρά μουσικά λόγια της τραγουδίστριας, με το ποτό να ρέει εύκολα, και με την κοπέλα δίπλα μου να χαϊδολογούμαστε, δεν με ένοιαζε πόσα θα ξοδεύαμε. Ούτε έμενα, ούτε και τον θείο μου που και αυτός δίπλα μου περνούσε εξ ίσου καλά όπως εγώ. Την βρήκαμε, ας μας τα έπαιρναν όλα.
Η ώρα περνούσε, περνούσαμε και εμείς καλά. Ο λογαριασμός ανέβαινε, ούτε δώσαμε σημασία στο φίλο μας που έλειπε.
-Άστον,
μου είπε ο θείος μου,
-κάπου θα είναι μέσα γερμένος και μαστουρωμένος.
Όσο περνούσε η ώρα, οι γκόμενες, μας κατάφερναν και όλο ξοδευόμασταν.
-Αυτό σημαίνει σκυλάδικο,
σκέφτηκα.
-με ελάχιστους θαμώνες, να γίνονται μεγάλοι λογαριασμοί.
Άρχισα να σκέφτομαι όμως ταυτόχρονα, μήπως δεν φτάσουν τα λεφτά μας, και τι θα γίνει μέσα στα ξένα μέρη μέσα σε ένα σκυλάδικο;

Από τη δύσκολη θέση όμως μας έβγαλε η αστυνομία. Τις πολύ αργές ώρες, μπούκαραν μέσα άνδρες της ασφάλειας, και μας έστησαν όλους στον τοίχο. Δια το φόβο των Ιουδαών, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε πελάτες, ούτε μουσικοί, ούτε αφεντικό, ούτε και εμείς. Εκείνη την εποχή στην Ελλάδα τα σώματα ασφαλείας έκαναν ότι ήθελαν χωρίς να λογοδοτούν ούτε να εξηγούν για τις πράξεις τους. Συνελάμβαναν κατά το δοκούν απλούς καθημερινούς ανθρώπους και τους στοίβαζαν στα κρατητήρια για ανάκριση, απλώς με μικρές υποψίες, θέλοντας όπως ισχυρίζονταν να καταστήλουν το έγκλημα που ήταν στο φόρτε του. Πολλοί συνελήφθησαν και βασανίστηκαν, ή και χάθηκαν τα ίχνη τους. Ήταν μια χαώδης κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα, ήταν η εποχή λίγο πριν η χούντα παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς.
Αφού μας ερεύνησαν, μας οδήγησαν στην αυλή και μας διέταξαν να μπούμε στην κλούβα που ήταν έξω σταθμευμένη.
Μαζί μας έσυραν και τον φίλο μας που ήταν τελέιως ντοπαρισμένος και τον άφησαν κάτω στις πλάκες του πεζοδρομίου αναίσθητο.
-Αλίμονο μας, θα υποφέρουμε,
σκέφτηκα.
Είχα ακούσει ιστορίες για την συμπεριφορά των αστυνομικών στους κρατουμένους, που η ανησυχία με κυρίευσε.
Όμως ο θείος ο Νικολής πιο ψύχραιμος, ζήτησε να μιλήσει με τον υπεύθυνο.
-Έχω αδερφό αξιωματικό του Κυπριακού στρατού,
του είπε,
-είμαστε μαζί σας αδέρφια και υποστηρίζουμε εσάς και την κυβέρνηση σας.
Με ευχαρίστηση είδα τον αξιωματικό να του δίνει σημασία και να του ζητά το όνομα του αδερφού του.
-Κόκος Ταπακούδης, είναι μόνιμος ανθυπολοχαγός, του απάντησε.
Ο υπεύθυνος αξιωματικός πήγε λίγο πιο πέρα με ένα ασύρματο στο αυτί. Σε λίγο επέστρεψε και μας είπε ενταξει, μπορούμε να φύγουμε εμείς και ο φίλος μας.
Μάζεψαν όλους τους υπόλοιπους μέσα στην κλούβα, και μείναμε εμείς με τον αναίσθητο φίλο μας μέσα στη νύχτα μόνοι και ελέυθεροι.
Την άλλη μέρα πήγα στα γραφεία της εταιρείας και ζήτησα προαγωγή, ειδάλλως τους εξήγησα θα άλλαζα εταιρία. Ο υπεύθυνος έψαξε το φάκελο μου, και αφού διάβασε τις πληροφορίες για μένα, με κοίταξε ικανοποιημένος.
-Έχεις καλό φάκελλο
μου λέει,
-αλλά όπως ξέρεις έχουμε τη ναυτική σχολή μας και πολιτική μας είναι να προάγουμε μόνο τους μαθητές μας. Με σένα θα κάνω μια εξαίρεση. Εάν μπορείς να μπαρκάρεις αμέσως στο ίδιο πλοίο που φεύγει σε δυο τρεις μέρες, θα σε στείλω με τον βαθμό του Junior Engineer.
Junior Engineer σημαίνει μικρός μηχανικός, και ήταν τίτλος υπαξιωματικού που εκτελούσε χρέη τρίτου Μηχανικού. Βεβαίως δέχτηκα με ευχαρίστηση, γιατί ο μισθός και τα overtimes θα ήσαν κατά πολύ περισσότερον  από πριν, αλλά επίσης γιατί ήταν κάτι που πολύ κολάκευε τον εγωισμό μου, καθώς η εταιρία είχε δική της σχολή, και ήταν ένα κατόρθωμα η δική μου προαγωγή.

"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ"

Όταν ο φόβος μας προειδοποιεί για πραγματικούς κινδύνους είναι χρήσιμος και ωφέλιμος, όταν όμως μετατρέπεται σε ψυχολογικό άγχος τρέφει με ψευδαισθήσεις το νου μας, και καταντούμε να γινόμαστε φοβικοί με έμμονες ιδέες που για να τις ξεπεράσουμε χρειάζεται πολλή προσπάθεια να τις αντιληφτούμε, να τις κατανοήσουμε.
Η μεγαλύτερη φοβία μας είναι του θανάτου, κυρίως όταν εκ του σύνεγγυς ζούμε την απώλεια δικών μας αγαπημένων. Νιώθουμε άγχος, λύπη, στεναχώρια, φόβο, και κυρίως ένα μεγάλο αίσθημα τρόμου στο οποίο βασίζονται όλες οι θρησκείες εφευρίσκοντας τρόπους παρηγοριάς δια της διδασκαλίας τους ώστε να άγουν τους πιστούς στα δόγματα τους.
Αν και ξέρουμε ότι όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, εντούτοις σχεδόν κανένας μας δεν μπορεί να το δεχτεί και να το εμπεδώσει στη συνείδηση του εξ αιτίας της αγωνίας που μας προκαλεί το άγνωστο που ακολουθεί.
Ίσως αυτός ο φόβος να είναι έμφυτος από γεννησιμιού, ίσως να είναι μια έβδομη αίσθηση που κανείς όμως μελετητής δεν μπόρεσε αληθινά να τεκμηριώσει.

Είναι ένας φόβος που δεν θα έπρεπε να έχουμε καθώς όσο είμαστε ζωντανοί δεν είμαστε πεθαμένοι άρα δεν πρέπει να ανησυχούμε, και όταν πεθάνουμε δεν μπορούμε να έχουμε το φόβο καθώς δεν ζούμε πλέον για να τον σκεφτόμαστε, όμως αυτό είναι μια απλουστευμένη φιλοσοφική δική μου θεώρηση που σπάνια κάποιος την αποδέχεται καθώς είναι ένας ανυπέρβλητος φόβος του θανάτου που λίγοι μπορούν να ξεπεράσουν, ακόμα και όσοι έχουν μελετήσει και εμβαθύνει στη φιλοσοφία αυτή.
Περισσότερο όμως εξοικειωμένοι με το θάνατο είναι οι επαγγελματίες που μέσα από τα χέρια τους περνούν αμέτρητα πτώματα, που ζουν συνεχώς πλησίον τους και τοιουτοτρόπως έχει σκληρύνει η συνείδηση τους και δεν επηρεάζεται, ούτε επίσης έχει άγχος ο νους τους, καθώς έχουν συνηθίσει μια καθημερινή ρουτίνα δίπλα από νεκρά κορμιά χωρίς να τους σκιάζει πλέον φόβος.

Θυμάμαι στο χωριό μου μικρός πήγαινα σε όλες τις κηδείες ως βοηθός του ιερέως ο οποίος ήταν θείος μου. Γεμάτος φόβο με την καρδιά μου να χτυπά δυνατά, παρακαλούσα να μην πέθαιναν οι άνθρωποι για να μην αναγκάζομαι να ευρίσκομαι κοντά σε πεθαμένους.
Θυμάμαι το νεκρικό ξυλοκρέβατο το οποίον χρησιμοποιούσαμε για όλους τους πεθαμένους, και ακολούθως το επιστρέφαμε στην αποθήκη της εκκλησίας του χωριού.
Θυμάμαι στο χωρίς κάλυμμα φέρετρο τις σορούς με το φοβισμένο άσπρο χρώμα στα νεκρικά τους πρόσωπα.
Θυμάμαι τους κλαυθμούς και τους οδυρμούς των συγγενών και τη λύπη διάχυτη στην ατμόσφαιρα που στεναχωρούσε και έθλιβε όλους μας.
Θυμάμαι τις κακές και πικρές εμπειρίες που με έκαναν να απεχθάνομαι τον θάνατο και να μη θέλω να παρευρίσκομαι σε τελετές κηδειών.
Η ίδια η ζωή όμως  δεν αφήνει κανένα μας να τον αποφεύγει, έτσι πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής μας συναναστρεφόμαστε μαζί του πριν να έρθει το δικό μας τέλος.

Θυμάμαι μια φορά στα δεκαεννιά μου χρόνια όταν μπαρκάρισα στο “Southern Union” ένα πλοίο τάνκερ του Σταύρου Νιάρχου και ύστερα από ενός χρόνου ναυτολόγηση ξεμπάρκαρα, με μεγάλη μου χαρά πήγα στα Πετράλωνα να συναντήσω ένα φοιτητή φίλο μου, τον Αντωνέσκο. Είχα σκοπό να καθίσω ένα μήνα να χορτάσω στεριά, να ζήσω νυχτερινή ζωή, να πάω σε κέντρα διασκεδάσεως και καταγώγια, να διασκεδάσω μέχρι κορεσμού, να χορτάσω όσα στερήθηκα για ένα χρόνο. Είχα χρήματα, με το φίλο μου τον Αντωνέσκο που ήξερε τα κατατόπια θα τριγυρνούσαμε Αθήνα και Πειραιά, ήμουν σίγουρος θα περνούσαμε καλά.
Αντί τούτου όμως, δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε. Στην ευρύχωρη σάλα όταν καθίσαμε και ανοίξαμε την μπαλκονόπορτα, κάτω ακριβώς από το μπαλκόνι απέναντι μας, ήταν ένα κατάστημα με τις πόρτες ορθάνοιχτες και μέσα στην κάμαρη σε ένα τραπέζι ξαπλωμένος ένας πεθαμένος και από πάνω του ένας ασπρουλιάρης του έκανε μακιγιάζ. Ξαφνιάστηκα από το θέαμα και ανατρίχιασα, ενώ ένα σύγκρυο μούδιασε το μυαλό και το κορμί μου. Όλες οι φοβίες που είχα μικρός ξανάρθαν στο μυαλό μου και με έκαναν να θέλω να τρέξω να φύγω μακριά.
Μέσα στην κάμαρη ο πεθαμενατζής συνέχιζε το έργο του χωρίς άλλη έγνοια, ενώ ο φίλος μου μου εξήγησε πως νοίκιασε το διαμέρισμα καθώς ήταν ευρύχωρο και φτηνό, και το άσχημο θέαμα στο γραφείο κηδειών με τον καιρό γίνεται συνηθειο, εξάλλου γιατί να φοβούμαστε τους πεθαμένους που δεν μπορούν να κάνουν κακό αντί τους ζωντανούς που συνήθως μόνο κακό προκαλούν, πρόσθεσε με στόμφο.
Τα επιχειρήματα του ήταν σωστά και λογικά, αλλά το βράδυ όταν ήρθε ήταν για μένα πολύ μεγάλο καθώς νιώθοντας δίπλα μου σε λίγα μέτρα τους πεθαμένους, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι.
Την άλλη μέρα πρωί κατέβηκα στην ακτή Μιαούλη στα γραφεία του Σταύρου Νιάρχου και κανόνισα να μπαρκάρω αμέσως, δεν ήθελα να μείνω άλλο κοντά στους πεθαμένους.


ΝΑΥΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΠΛΟΙΩΝ, ΟΡΙΣΜΟΣ

ΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ, ΟΡΙΣΜΟΣ
Ναυτικοί καλούνται όσοι εργάζονται στα πλοία ή εκτελούν οποιαδήποτε εργασία σχετική με τη θάλασσα, και ειδικότερα όσοι είναι εγγεγραμμένοι με επαγγελματική ιδιότητα κατέχοντας ναυτικό φυλλάδιο.
Οι ναυτικοί πριν μπαρκάρουν σε πλοίο, συμβάλλονται με την πλοιοκτητρία εταιρεία, δηλαδή υπογράφουν συμβόλαιο που ονομάζεται σύμβαση ναυτικής εργασίας, δια της οποίας καθορίζεται το σύνολο των ωρών εργασίας εν πλω και εν όρμω, οι αργίες, οι υπερωρίες, η διάρκεια παραμονής στο πλοίο, η υποχρέωση και αμοιβή για άλλη ιδιαίτερη εργασία, καθώς και ότι άλλο καθορίζεται από τη ναυτική χάρτα.
Όμως όσοι δεν έχουν ταξιδέψει και εργαστεί σε πλοία κυρίως ποντοπόρα, στους περισσότερους θα ήταν αδιανόητο να αποφασίσουν να ακολουθούσουν το επάγγελμα. Όσοι συνειδητά το επιλέγουν, είναι γιατί ήδη γνωρίζουν και αγαπούν τη θάλασσα, ή ένεκα βιοποριστικής ανάγκης. Κανείς άλλος λογικός άνθρωπος δεν θα διάλεγε το επάγγελμα, αφού είναι ολοφάνερη η επικινδυνότητα του.
Είναι φοβερά επικίνδυνο, γιατί η κάθε στιγμή της ναυτικής ζωής ελλοχεύει απεριόριστους κινδύνους από αρρώστιες και επιδημίες, από πειρατείες και παράνομους ναυτικούς καθώς πολλοί μπαρκάρουν για να ξεφύγουν από κάποιο κακό που άφησαν πίσω στη χώρα τους, από επικίνδυνα φορτία που μεταφέρουν, ακόμα και από υπερφορτώσεις για να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη οι εφοπλιστικές εταιρείες.
Η ναυτική ζωή προσφέρει απεριόριστη μοναξιά, κουραστική εργασία με περισσότερες υπερωρίες και με λιγότερο ύπνο. Η ιατρική περίθαλψη είναι ανύπαρκτη καθώς εξαρτάται μόνο από τις ιατρικές γνώσεις του γραμματικού, και η νοσταλγία και ο νόστος καταθλίβουν απεριόριστα τους ναυτικούς που μένουν μακριά από τη στεριά και τις οικογένειες τους μήνες ολόκληρους.
Φυσικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι οι φουρτούνες, οι καταιγίδες και οι αέρηδες, όταν ο άγριος καιρός λυσσομανά και βουλιάζει ακόμα και τα πλέον ασφαλή βαπόρια. Πολλοί είναι οι ναυτικοί που χάθηκαν για πάντα στα βάθη των ωκεανών, και άλλοι περισσότεροι που παρέμειναν σε ξένα λιμάνια για το χατίρι κάποιας αγάπης αφήνοντας πίσω στην πατρίδα πρόσωπα αγαπημένα και φίλους.
Είναι λοιπόν πολύ δύσκολη η ζωή των ναυτικών, και  ουδείς σχεδόν πραγματικά ενδιαφέρεται γι αυτούς. Δυστυχώς οι περισσότεροι κανονισμοί είναι για το τυπικό και το θεαθήναι.
Όμως, υπάρχει και η καλή πλευρά του επαγγέλματος. Δεν είναι τα χρήματα καθώς οι μισθοί δεν είναι μεγάλοι ανάλογα με την επικινδυνότητα του επαγγέλματος, αλλά γιατί μέσα στα πελάγη ο καθένας δύσκολα τα ξοδεύει, και ευκολότερα τα αποταμιεύει.
Είναι επίσης μεγάλη υπόθεση όταν κάποιος  είναι ταξιδευτής του κόσμου. Γνωρίζει καινούργιες χώρες, ξένες κουλτούρες, διαφορετικούς λαούς και νέες θρησκείες. Σε κάθε λιμάνι ανακαλύπτει καινούργιες αγάπες και νέες απολαύσεις που άλλως δεν θα γνώριζε. Αποκτά εμπειρίες και αντοχές, ατσαλώνεται ψυχικά, και συνηθίζει να ζει ανά πάσα στιγμή δίπλα με το θάνατο, καθώς η θάλασσα είναι ένας συνεχής κίνδυνος. Ένας κίνδυνος όμως, που όποιος την μάχεται και την παλεύει, περισσότερο την αγαπά, καθώς έχει μια άγνωστη δύναμη που κάνει τους ανθρώπους να την ερωτεύονται παντοτινά μέχρι το θάνατο τους.

ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΠΛΟΙΩΝ, ΟΡΙΣΜΟΣ
Οι εργαζόμενοι στις μηχανές πλοίων, εκτελούν γενικές εργασίες μηχανής καθώς και βάρδιες στις οποίες συμμετέχει 
 ένας τρίτος μηχανικός, ένας δόκιμος μηχανικός και ένας θερμαστής εάν είναι πλοίο με τουρμπίνες.
Ο Αξιωματικός φυλακής κατά τη κάθοδο του στο μηχανοστάσιο ενημερώνεται από τον προηγούμενο για την κατάσταση των μηχανών και βοηθητικών μηχανημάτων του πλοίου και στη συνέχεια αναλαμβάνει υπηρεσία παρακολουθώντας την καλή λειτουργία των μηχανών και εκτελεί τις εντολές της Γέφυρας.
Ο Δεύτερος Μηχανικός μεταφέρει τις εντολές του Πρώτου στο υπόλοιπο πλήρωμα της μηχανής, και εργαζομενος και ο ίδιος όπου χρειαστεί, επιβλέπει τις εργασίες και τις βάρδιες. 
Ο Πρώτος Μηχανικός είναι υπεύθυνος να επιβλέπει για όλα, για την καλή λειτουργία των μηχανών και των καζανιών (λέβητες παραγωγής ατμού) του πλοίου και να ξέρει σε ποια κατάσταση ευρίσκονται, να φροντίζει για την καλή λειτουργία της κύριας μηχανής αλλά και των άλλων βοηθητικών μηχανημάτων, καθώς και το μικρό τιμονάκι να μην έχει απώλεια υδραυλικού υγρού ώστε να κρατά την πορεία του πλοίου σταθερή. Έχει καθήκον να μεριμνά ώστε να υπάρχουν ανταλλακτικά και καύσιμα. Να φροντίζει οι υφιστάμενοι του να ελέγχουν τις σεντίνες για τυχών διαρροές και να μεριμνούν για το άδειασμα του έρματος (των άχρηστων υγρών, λαδιών και καυσίμων) από αυτές. Να ελέγχεται το θαλασσινό νερό που χρησιμοποιείται για σαβούρωμα, καθώς και το πόσιμο στις δεξαμενές και στον evaporator (βραστήρας παραγωγής από θαλασσινό νερό σε πόσιμο). Πρέπει να έχει εξειδικευμένες γνώσεις περί ηλεκτρισμού καθώς ο ηλεκτρολόγος είναι και αυτός υφιστάμενος του. Είναι επίσης υπεύθυνος για την καλή λειτουργία όλων των βοηθητικών μηχανημάτων στην κουβέρτα, στη κουζίνα, στα ψυγεία και στους ψυκτικούς θαλάμους.
Είναι με λίγα λόγια υπεύθυνος να γίνονται όλα αυτά από τους υφισταμένους του μηχανικούς, οι οποίοι είναι υπόλογοι σε αυτόν με ιεραρχική σειρά. Το πλήρωμα μηχανής αποτελείται από τον πρώτο, τον δεύτερο, τρεις τρίτους ή junior (τρίτοι βοηθοί μηχανικοί), τον ηλεκτρολόγο, τρεις θερμαστές, τρεις δόκιμοι ή λαδάδες, και ένας καθαριστής. Όλη η καλή λειτουργία στο μηχανοστάσιο και κατ επέκταση όλου του πλοίου, εξαρτάται από αυτούς.
Πρέπει να είναι καλά καταρτισμένοι γιατί από αυτούς εξαρτάται η καλή λειτουργία όλων των μηχανών και μηχανημάτων. Αυτοί τα χειρίζονται, τα συντηρούν, και τα επισκευάζουν. Και για ότι τυχόν πρόβλημα οι υφιστάμενοι μηχαναικοί δεν μπορούν να θεραπέυσουν, πρέπει ο Πρώτος να γνωρίζει και να τους καθοδηγεί, αλλά και να το διορθώνει ο ίδιος χειρονακτικώς εάν χρειαστεί. 
Η ζωή σε ένα πλοίο είναι η μικρογραφία μιας πολιτείας. Έχει όλες τις υποδομές όπως ηλεκτρισμό, αποχετεύσεις, κλιματισμό, πόσιμο νερό, τροφοδοσία, αλλά κυρίως αυστηρή διοίκηση. Το γενικό πρόσταγμα και ευθύνη έχει ο καπετάνιος που είναι ο απόλυτος διοικητής, αλλά σχεδόν ταυτόσημη εξουσία έχει και ο Α΄ μηχανικός με τον οποίο ο πλοίαρχος οφείλει να έχει στενή συνεργασία, διότι χωρίς αυτήν, το πλοίο δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά.
Ο πρώτος μηχανικός με τους βοηθούς του είναι η ψυχή του πλοίου. Χωρίς αυτούς δεν μπορεί το πλοίο να πλεύσει, ούτε το πλήρωμα να έχει τις ανέσεις μιας καλής διαβίωσης, αλλά και οι ναύτες στην κουβέρτα, δεν μπορούν να εργαστούν, καθώς όλες οι εργασίες διεκπεραιώνονται με μηχανήματα. Το φόρτωμα και ξεφόρτωμα γίνεται με γερανούς, οι αντλίες που φορτώνουν ή ξεφορτώνουν υγρά εμπορεύματα κινούνται με ηλεκτρισμό ή ατμό. Η άγγυρα βιράρει και μαϊνάρει με ατμό ή ηλεκτρισμό. Ακόμα και τα ματσακονια, δουλεύουν πλέον με αέρα.

Υ.Γ.

ΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ

Κάποιοι ναυτικοί αρθρογράφοι, άγαρμπα προσπαθούν να διαστρεβλώσουν κάποιες αλήθειες για το είδος της ζωής των πληρωμάτων στα βαπόρια και στα λιμάνια, σάμπως ο τρόπος ζωής του δεν συνάδει, και με ύφος απολογητικό γράφουν ότι αυτά που συνέβαιναν παλιά, τώρα δεν συμβαίνουν. Ότι δηλαδή πλέον οι νόμοι είναι αυστηροί και δεν επιτρέπεται παρα ελάχιστη χορήγηση ποτού σε αυτούς, ότι οι έλεγχοι για ναρκωτικές ουσίες είναι αυστηροί, και στο κάθε λιμάνι οι ώρες εκφορτώσεως ή φορτώσεως είναι ελάχιστες ένεκα της σύγχρονης τεχνολογίας, και εξ αυτού, δεν τους μένει χρόνος για επίσκεψη σε κέντρα διασκέδασης για ποτό, ξεσάλωμα και πρόστυχες γυναίκες.
Όμως εγώ λέω,
από παλιά έως και σήμερα, η ζωή του ναυτικού ήταν σκληρότερη του στεριανού, και με τις δυσκολίες της απομόνωσης μακριά από στεριές και ανθρώπους, μέσα στο ατελείωτο υδάτινο στοιχείο, ανέπτυσσαν διαφορετικές νοοτροπίες, διαφοερετικό τρόπο αντίληψης και σκέψης. Είναι φυσικό του ανθρώπου και χάρισμα της φύσης, ανάλογα με τον τρόπο διαβίωσης του να προσαρμόζεται στον περιβάλλοντα χώρο.
Ανάλογα με τις δυσκολίες που αντιμετοπίζει γίνεται σκληρότερος, και ανάλογα με το περιβάλλον αναπτύσσει ιδιαίτερες συμπεριφορές καλές ή κακές που του κάνουν ευκολότερη τη διαβίωση και τη συναναστροφή με τους άλλους.   
Όταν λοιπόν ένας ναυτικός περνά την περισσότερη του ζωή πάνω στα καράβια, όταν συναναστρέφεται με ελάχιστους ανθρώπους- συναδέλφους του, οι ορίζοντες των ενδιαφερόντων του μένει στενός. Όταν ζει μακριά από τους δικούς του επί μακρού καιρού, ο νόστος του γυρισμού του προκαλεί νοσταλγία και θλίψη. Είναι γι αυτό φυσικό να εφευρίσκει τρόπους για να σπάζει τη μονοτονία της καθημερινότητας του με ποτό, με ουσίες, ή και άλλα. Είναι πράγματα που ο στεριανός θα απέφευγε ένεκα εναλλακτικών λύσεων, που στον ναυτικό όμως δεν δίνεται η δυνατότητα.
Στα ποντοπόρα πλοία που τα ταξίδια είναι πολυήμερα, τα πληρώματα αναμένουν τις λίγες ώρες που θα δέσουν σε κάποιο λιμάνι, με αγωνία να αναζητήσουν γυναικεία συντροφιά. Και όπως είναι φυσικό, αυτές δεν θα τις βρουν στα καθώς πρέπει μαγαζιά, αλλά μέσα σε καταγώγια και ύποπτα στέκια, όπου μέσα υπάρχει κάθε είδος απόλαυσης, καθώς επιτήδειοι έμποροι του εύκολου χρήματος, διευθύνουν αυτού του είδους επιχειρήσεις που αποτίνονται στα βασικά ανθρώπινα ένστικτα όπως είναι η λίμπιντος και η απόλαυση.
Είναι δηλαδή η ζωή του ναυτικού θέλωντας και μη, προσαρμοσμένη σε καθορισμέμα πλαίσια που επιβάλλουν οι συνθήκες της ναυτικής ζωής.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ





ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ

Φουρτούνες, αέρηδες, κυκλώνες και καταιγίδες, συνοδεύουν τους ναυτικούς στα ποντοπόρα τους ταξίδια με τα υπερωκεάνια πλοία καθώς πλέουν τους ωκεανούς από λιμάνι σε λιμάνι.
Πολλές φορές εν μέσω των άγριων φυσικών στοιχείων προσευχήθηκαν να μην είναι το τελευταίο τους ταξίδι. Πολλές φορές αναρωτήθηκαν αν θα φτάσουν στο επόμενο λιμάνι.
Τόχει η μοίρα τους να ζουν στην αγωνία των υπερφυσικών δυνάμεων του υδάτινου στοιχείου, που με ισχύ κινεί δισεκατομμύρια όγκων νερού πότε απαλά, πότε δυνατά, μετακινώντας πολλές φορές στο διάβα  του στεριές και ακρογιάλια.
Τόχει η μοίρα τους να υπομένουν τον αφόρητο τρόμο κάθε φορά που τα μεγάλα κύματα ανασηκώνουν το πλοίο ψηλά στον ουρανό και το αφήνουν να κρεμιέται σε θεόρατα ύψη. Να ακούν το φοβερό τρίξιμο του όταν βαλαντώνει στον αέρα και να μετρούν τα δευτερόλεπτα ώσπου το κύμα να το εναποθέσει και πάλιν στα πλατιά νερά.  
Η ήρεμη θάλασσα ποτέ δεν έβγαλε επιδέξιους ναυτικούς, γι αυτό κανένας τους δεν μαραζώνει για ταξίδια μακρινά με ποντοπόρα πλοία, ούτε οι νησιώτες με τα καΐκια που ξανοίγονται σε πελάγη ανοιχτά με τις άσπρες κορφές των αγριεμένων κυμάτων να υψώνονται σε τρία και τέσσερα μέτρα.
Και όταν στους ωκεανούς τα δυσθεώρατα κύματα κρύβουν τον ουρανό, από τα μεγάλα παράθυρα της γέφυρας οι ναύτες κοιτάζουν το πλοίο να βυθίζεται κάτω από το νερό σε κάθε κύμα που ξεθυμαίνει, και ακολούθως το βλέπουν να στέκει στον αέρα σε ύψη δυσθεώρατα, όταν τα μεγάλα κύματα το φέρνουν στην κορφή τους.
Και πίσω από τις σφραγισμένες σιδερένιες πόρτες, άλλοι στη μηχανή και άλλοι στη γέφυρα, κρατημένοι στα ακίνητα μέρη του πλοίου προσπαθούν να βρίσκουν ισορροπία από το μεγάλο μπότζι, ή περπατούν με ανοιχτά τα πόδια για να εξισορροπούν, γέρνοντας το σώμα τους στην αντίθετη φορά που γέρνει το πλοίο. Κανείς τους δεν μπορεί να κοιμηθεί, ούτε να κλείσει μάτι, καθώς όποιος το προσπαθήσει γκρεμίζεται από τη κουκέτα. Κάθονται σε στερεωμένους καναπέδες και καρέκλες στη τραπεζαρία, ή όρθιοι γέρνουν στον μπουλμέ πίσω από τα φινιστρίνια. Σιωπηλοί χωρίς να μιλούν, κοιτάζουν έξω την ταραγμένη θάλασσα και σκέφτονται σε πόσα μποφόρ μπορούν να αντέξουν. Η αγωνία σχηματίζεται στα πρόσωπα τους όταν το πλοίο ανεβαίνει ψηλά, γιατι με το κρέμασμα του στο ψηλό κύμα μπορεί να κοπεί στα δυό, ενώ η ανακούφιση έρχεται κάθε φορά που το πλοίο κάθεται κάτω στη βάση του κύματος που φεύγει, και χωρίς να φοβούνται όταν το νερό σκεπάζει ολόκληρο το σώμα του πλοίου, καθώς γνωρίζουν πως τα στεγανά του καλά το προστατεύουν να μη βουλιάξει. Και αναμένοντας το επόμενο κύμα, σκεφτικοί μένουν σιωπηλοί μέσα στις κρυφές τους μαύρες σκέψεις.
Είναι μια συνεχής επικίνδυνη ζωή που ζουν οι ναυτικοί, πολύ διαφορετική και ασυνήθιστη από τη στεριανή. Τη διέπουν άλλοι κανόνες και μια διαφορετική ηθική, μια ζωή προσαρμοσμένη στις δυσκολίες της απομόνωσης και της σκληρής εργασίας.
Και δεν λυπούνται ποτέ τους, ούτε μια σταλιά για το επάγγελμα τους. Δεν σκέφτονται καμιά φορά, πως μετάνιωσαν για την επιλογή τους. 
Στην οδύνη του φόβου όταν η θάλασσα θυμώνει και της αφόρητης νοσταλγίας για όσους στη στεριά τους περιμένουν, ταξιδεύουν χωρίς διακοπή ως μια νοσηρή έλξη να τους κυριεύει.
Όσοι είναι ναυτικοί έχουν την ψυχή στο διάβολο ταγμένη, λένε στα ποιήματα τους κάποιοι φωτισμένοι ποιητές… 
Μα όχι, λέω εγώ που έχω ταξιδεύσει και υπομείνει πολλά δεινά ως ναυτικός. Δεν είναι γιατί πούλησαν τη ψυχή τους, είναι που αγάπησαν τη θάλασσα, γιατι ναι είναι δύσκολη και αβάσταχτη, αλλά όποιος τη μάχεται τη συνηθίζει και την ερωτεύεται, του γίνεται συνήθεια και βίωμα. Όσους κινδύνους δίνει, τόσες χαρές προσφέρνει. Μεσήλικες ναύτες δεν μπορούν τη στεριά, προτιμούν τη μοναξιά των απέραντων ωκεανών και τη μουσική των φλοίσβων των απαλών κυμάτων και το βουητό των αέρηδων όταν ο καιρός γεμώνει και η θάλασσα φουσκώνει. 
Νιόμπαρκα παλικάρια βιώνουν εν πλω την απανθρωπιά και το θυμό των σκληροτράχηλων άλλων ναυτικών, και εν όρμω μαθαίνουν τις γλυκείες ηδονές και τα μυστικά του πληρωμένου έρωτος και  της απόλαυσης μέσα σε αγκαλιές πρόστυχων γυναικών.
Παθαίνουν από τροπικές αρρώστιες και γεμώνουν πληγές θανατερές, και μαθαίνουν απαγορευμένα βότανα και μεθυσμένους έρωτες μέσα στα λιμανίσια καταγώγια. 
Μέρες και μήνες, οι ναύτες στα τάνκερ περιμένουν με αδημονία τις λίγες ώρες που θα δέσουν σε κάποιο ντόκο, να τρέξουν στα μπαρς και να αφεθούν στη πλάνη του πιοτού και στην αγκαλιά γυναικών με βαμμένα κόκκινα χείλια που τονίζουν την αισχρή δουλειά τους, που θέλουν πρώτα την πλερωμή τους και ύστερα με χαρά προσφέρουν τη προσποιητή αγάπη τους.
Η ναυτική ζωή είναι σκληρή, αλλά και γλυκιά. Είναι ένας καημός και ένας έρωτας για τη θάλασσα. Και καθώς λέει το άσμα,
Καπεταναίοι και τόσοι άλλοι, 
λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί
καθένας έχει και τον καημό του,
έτσι είμαστε εμείς οι ναυτικοί. 
Συνεχίζεται...

ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΛΑΤΙΑ

Και είπεν ο θεός την Τρίτη μέρα να συγκεντρωθούν τα ύδατα από όλον τον ουρανό πάνω στη γη, και ύστερα είπε να ξεχωριστούν από τη ξηρά. Και ονόμασε τη γη ξηρά, και τα νερά θάλασσα.
Και δημιούργησε τη θάλασσα ανεξερεύνητη, ανυπέρβλητη και απρόβλεπτη, όμως όμορφη, απαράμιλλη, και ασύγκριτη.
Την έκαμε να αλλάζει και να μεταβάλλεται έως σήμερα, έκαμε τα βάθη και τη μορφολογία της να διαμορφώνονται ανάλογα με τα ρεύματα και τους σεισμούς, να παίρνουν διάφορες μορφές και να σχηματίζουν κοιλάδες και χαράδρες άλλοτε με πυκνή βλάστηση και άλλοτε έρημα τοπία σκεπασμένα παντοτινά με το αλμυρό νερό χωρίς το φως του ήλιου πολλές φορές να φτάνει στα απύθμενα βάθη της.
Ήδη αλμυρή εκ γενέσεως της, εντός της γεννήθηκε και εξελίχθητε η πρώτη ζωή που όσες θεολογικές καταβολές τη διέπουν, δεν μπόρεσε η τεκμηριωμένη γνώση των επιστημόνων να αντιπαρατεθεί μαζί τους. Ίδια συμφωνούν όμως, πως η θάλασσα είναι το λίκνο της ζωής.
Πλούσιος ο φυτικός της κόσμος που ποικίλει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Θαλάσσια φυτά και γιγάντια φύκη που οι επιστήμονες ακόμα δεν γνωρίζουν πως βλάστησαν και πως εξελίχθησαν. Μυριάδες ήδη ζωής, μικροσκοπικοί και αόρατοι οργανισμοί έως θεόρατα ψάρια και παράξενοι δράκοι των παραμυθιών την κατοικούν.
Μυριάδες τόνοι νερού δημιουργήθησαν και σκέπασαν τη γη όταν οι υδρατμοί στην ατμόσφαιρα πύκνωσαν και έπεσαν δημιουργώντας λίμνες και θάλασσες.
Θάλασσες μικρές και μεγάλες, κλειστές και ανοιχτές, πελάγη και ωκεανοί.
Θάλασσες φουρτουνιασμένες και γκριζωπές, θάλασσες  γαλάζιες και γαληνεμένες.

Στο μικρό μου το χωριό η θάλασσα της Μεσογείου έβρεχε ολόκληρη τη νοτιοδυτική μεριά. Συνήθως ήταν πολύ φουρτουνιασμένη, γιατί ήταν ένας τόπος ανοιχτός στους νοτιοδυτικούς ανέμους και κυρίως στον Πουνέντε που όποτε είχε κακοκαιρία στα Ελληνικά πελάγη, με ορμή τους μετέφερε στη περιοχή μας καθώς ο τόπος της Πάφου είναι στο διάβα του. Έβγαζε ορμητική τρικυμία που χτυπούσε τη στεριά από τις ακτές της χερσονήσου του Ακάμα, μέχρι την πέτρα του Ρωμιού και βάλε.
Και το μικρό χωριό μου έστεκε στη μέση. Οι ακτές χειμώνα καλοκαίρι θαλασσοδαρμένες, από πάντα λούζονταν στους υδρατμούς των φοβερών κυμάτων που με μανία έσκαγαν στα άγρια βράχια που ακατάλυτα έστεκαν στην ακτή και σταματούσαν την ορμή τους.
Τα μεγάλα ρεύματα επικίνδυνα ανακάτευαν τα νερά. Σχημάτιζαν δίνες που τα έσπρωχναν και τα μετακινούσαν με ορμή. Μαζί με τα θεώρατα κύματα αποτελούσαν μια μεγάλη δύναμη, μια μεγάλη απειλή, που έκαναν τη θάλασσα της Χλώρακας πολύ επικίνδυνη. Από μικρός θυμάμαι, πολλοί έχασαν τη ζωή τους σ αυτήν, κυρίως  αυτοί που την αψηφούσαν ή που δεν την λογάριαζαν στα σοβαρά.
Είναι οι θάλασσες της Χλώρακας λοιπόν άγριες, και παρ όλο που είναι μικρό χωριό με λίγους κατοίκους, κάθε χρόνο δυστηχώς μέσα στις καλοκαιρινές καυτές μέρες χάνονται άνθρωποι, όταν βουτούν για να δροσιστούν. Οι πρωτινοί αλλά και οι σημερινοί λένε πως, καμιά φορά δεν προσπέρασε χρονιά χωρίς πνιγμένους.

Σ αυτόν τον άγρια όμορφο τόπο γεννήθηκα πολλά χρόνια πριν, που όμως θυμάμαι με πολλή νοσταλγία εκείνους τους καιρούς τους δύσκολους και πέτρινους που μέσα σε μια μίζερη και πολύ φτωχή διαβίωση αναγειώθηκα και ανδρώθηκα.
Θυμάμαι πως δεν είχαμε φαί, ούτε καν τον επιούσιο. Ήμουν αδύνατος και σκελετωμένος, αλλά παρ όλη τη δυσχέρεια της φτωχής μου διαβίωσης, ποτέ μου δεν έκλαψα ή παραπονέθηκα.
Με παρηγοριά την απέραντη και πανέμορφη θέα της θάλασσας, ξεχνιόμουν στις αναπολήσεις μου. Η βουή της και ο βρυχηθμός της έφταναν ως τα παραθύρια της μικρής παράγκας που κατοικούσα, και διαπερνόντας τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, γέμιζαν φόβο την παιδική μου καρδιά. Ένας φόβος όμως που ύστερα όσο μεγάλωνα, μου έγινε συνήθιο και η βουή του θαλασσινού ανέμου απαραίτητη σαν γλυκό νανούρισμα. Ένα φύσημα ανέμου που άλλοτε με δύναμη και θυμό βρυχοταν, και άλλοτε ήρεμα  και γαλήνια χάιδευε τα κύματα που απαλά έσκαγαν στις ακτές.
Και στη μεγάλη σχόλη της παιδικής μου ηλικίας πήγαινα και έστεκα στις πέτρινες ακτές και  κοίταζα ώρες ατέλειωτες τα άπλετα νερά. Και ο νους μου έτρεχε σε μύριες σκέψεις, χωρίς όμως να μπορεί να εννοήσει τα μεγάλα μυστήρια που φανερά έκρυβε στην επιφάνεια και στο βυθό της. Με έκσταση την παρακολουθούσα να απλώνεται εμπρός μου μεγαλόπρεπη, και στο βάθος να ενώνεται με τον ουρανό και να σχηματίζει τον κύκλο της γης. Και εγώ ο  καημένος που σαν παιδί λίγα γράμματα ακόμα γνώριζα, δεν δινόμουν να εννοήσω όλα τούτα τα μυστήρια. Νόμιζα πως έβλεπα την άκρη, εκεί που τελειώνει ο κόσμος...
Και ήμουν ευχαριστημένος που έβλεπα την άκρια της γης.

Λένε οι άνθρωποι πως η φουρτουνιασμένη θάλασσα συμβολίζει προβλήματα και στενοχώριες. Λένε ακόμα πως, αν τα κύματα βγαίνουν στη στεριά, μέρες ευτυχίας και ευζωίας θα έρθουν στους ντόπιους κατοίκους. Στις παραλίες της Χλώρακας συνέβαιναν και τα δύο, ώστε επικρατούσε μια μέση κατάσταση, ούτε ανυπέρβλητη δυστυχία, ούτε όμως και ευτυχία. Τόπος ξερός από χώμα και νερό, οι κάτοικοι ησχολούντο σε χειρονακτικές εργασίες ως πετροκόποι, κτίστες και ξυλουργοί. Αυτά ήσαν τα συνήθη επαγγέλματα, και μόνο λίγοι γονείς μπόρεσαν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Οι περισσότεροι μόλις τελείωναν το δημοτικό σχολείο, αφού κάποιος για να φοιτήσει σε γυμνάσιο πλήρωνε δίδακτρα.
Σε αυτές τις καταστάσεις και τις δύσκολες συγκυρίες έζησα έως τα δεκαοκτώ μου, μια κακή εποχή που όλος ο πληθυσμός διαβιούσε δύσκολα, και εργασία για τους περισσότερους δεν υπήρχε.  Ούτε το φαγητό αρκούσε για να θρέψουν τα παιδιά τους καθώς η γη ήταν άγονη, ήταν σχεδόν ολόκληρη καυκάλα. Ένα τοπίο πέτρινο, αλλά καταπράσινο από σχοινιές και αρκόσσιηλλες που βλάσταιναν ανάμεσα στις άγριες ξερολιθιές. Και ανάμεσα τους πλούσια διάνθιζαν την πλάση κυκλάμινα και μαχαιράδες και άλλων λογιών άγρια όμορφα λουλούδια.
Ήταν ένας ωραίος τόπος που παρ όλα τα δύσκολα που πέρασα ένεκα των φτωχών καιρών, εντούτοις έμεινε στην καρδιά μου παντοτινά αγαπημένος.
Το μικρό σπιτάκι μας που άδειασε πολύ γρήγορα από τις παιδικές φωνές καθώς όλα τα μεγαλύτερα από μένα αδέρφια έφυγαν σε άλλες επαρχίας για αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος, ήταν στην άκρη του χωριού μοναχικό και χωρίς καθόλου ανέσεις. Ούτε πόσιμο νερό, ούτε και ηλεκτρισμό. Πίναμε νερό από ένα βαθύ λάκκο εφτά οργιών που το βγάζαμε με ένα αλακάτι που είχαμε, και προσέχαμε να μην καταπιούμε τις βδέλλες που μπόλικες ήταν μέσα στο λάκκο. Και όταν η νύχτα ερχόταν, πέφταμε στα κρεβάτια ενωρίς, καθώς κάναμε οικονομία στο πετρέλαιο που άναβε τη λάμπα. Μια λάμπα φυτιλιού και μοναδική που μόλις φέγγιζε, και γι αυτό έπρεπε να διαβάζουμε τα μαθήματα μας από ενωρίς, πριν ο ήλιος δύσει.
Η μάνα μας φύτευε λίγα χορταρικά και πατάτες για να μας θρέψει. Και εμείς μετά το σχολείο, τη βοηθούσαμε μέσα στο μικρό χωραφάκι που ήταν στην αυλή. Βοτανίζαμε τα χόρτα και τσαπούσαμε τις τάβλες.
Και στην αρχή του καλοκαιριού όταν τα τρεμίθια ώριμα πλέον, τα μαζεύαμε και τα παίρναμε στο μήλο και τα αλέθαμε να βγάλουμε το λάδι τους. Ένα λάδι πικρό που μας έκαιε τον ουρανίσκο και τα σωθικά, και που χρησιμοποιούσαμε από ανάγκη αφού δεν είχαμε χρήματα να αγοράσουμε από τον μπακάλη σπορέλαιο. Το ονομάζαμε τρεμιχόλαο και είχε μια σκληρή γεύση που μας πίκραινε κυριολεκτικά σαν φαρμάκι και δεν μας άρεσε, μα που τώρα μετά από τόσα χρόνια που έχουν παρέλθει, τη γεύση του πεθυμώ και νοσταλγώ.
Τις καλοκαιρινές ημέρες καθημερνώς περνούσε από το στενό δρομάκι έξω από την αυλή μας ένα μικρό φορτηγάκι με ανοιχτή την πίσω πόρτα, που αγκομαχώντας με πρώτη και δεύτερη ταχύτητα, κυλούσε σιγά στον κατήφορο.
Και όλα τα παιδιά της γειτονιάς τρέχοντας σκαρφαλώναμε πάνω και μας έπαιρνε στη θάλασσα. Ο σοφέρ ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που έπασχε από ρευματισμούς, καθυμερινά πήγαινε να χωστεί στη ζεστή άμμο για να του περάσουν οι πόνοι. Και όλους μας άφηνε να σκαρφαλώνουμε στο όχημα του και μας κουβαλούσε με ευχαρίστηση, το μόνο που ζητούσε, ήταν λίγη βοήθεια, τον θάβαμε μέχρι το λαιμό στην άμμο, μέσα σε ένα λάκκο που σκάβαμε. Και όσο άντεχε τη κάψα από τον άμμο, εμείς κολυμπούσαμε και πλατσουρίζαμε μέσα στα ήσυχα και γαλανά νερά της θάλασσας της Χλώρακας.
Και πριν τα χρόνια περάσουν ώστε να μάθω κολύμπι, έμπαινα στα ξέβαψα νερά,  χωρίς να τολμώ να πάω στα βαθιά. Αλλά όταν καμιά φορά κάποιος έφερνε μαζί του εσωτερικό λάστιχο αυτοκινήτου φουσκωμένο με αέρα, γεμάτοι χαρά κρεμιόμασταν πάνω όσοι χωρούσαμε, και ξανοιγόμασταν στα βαθιά.
Και από τα βαθιά έβλεπα έναν άλλο κόσμο, έβλεπα τη στεριά διαφορετική, ξερή και κίτρινη κάτω από τον ήλιο. Έβλεπα την καυτή αύρα να αιωρείται και να γεμίζει πούσι την ατμόσφαιρα, και εγώ μέσα στα δροσερά νερά της θάλασσας ένιωθα τη δροσιά της.
Καμιά φορά όμως δεν μου πέρασε τότες από το μυαλό πως ήθελα να γίνω ναυτικός, ή πως τη θάλασσα θα την αγαπούσα τόσο πολύ όπως τώρα αγαπώ. Γιατί σαν παιδί την αγάπησα καθώς έπαιζα μαζί της, μα τώρα την αγάπησα καθώς αυτή έπαιξε μαζί μου όταν η μοίρα με οδήγησε από πολύ ενωρίς να μπαρκάρω στα καράβια και να τη ζήσω και από την καλή και την κακή της.

Συνεχίζεται...